Ναός Αγίου Βασιλείου

Ο βυζαντινός Ναός του Αγίου Βασιλείου της Γέφυρας βρίσκεται στο Τοπ Αλτί, τοπωνύμιο που σημαίνει την περιοχή που βρισκόταν εντός της ακτίνας βολής των κανονιών που είχαν τοποθετηθεί στο κάστρο. Έλαβε το προσωνύμιο «Γέφυρας» γιατί απέχει, μόλις 1 χιλιόμετρο από το ιστορικό γεφύρι και για να διακρίνεται από τον άγια Βασίλειο Αγοράς.
Η πρώτη γραπτή αναφορά στο μνημείο προέρχεται από τον Σεραφείμ Ξενόπουλο ή Βυζάντιο, μητροπολίτη Άρτας τον 19ο αιώνα. Αναφέρεται ότι ο εκκλησία του αγίου Βασιλείου Γέφυρας ήταν, αρχικά το καθολικό μοναστηριού το οποίο ανακαινίστηκε το 1632 από τον ιερομόναχο, Θεόκλητο. Το 1821 λειτούργησε ως ενοριακός ναός, ενώ το 1852 δέχτηκε επεμβάσεις από Αρτινό κάτοικο, τον Δ. Βλάχο. Χτισμένος πάνω στην όχθη του Άραχθου, ο ναός ήταν ευάλωτος στις φθορές και κάποιες φορές επιχωνόταν από τις πλημμύρες του ποταμού. Τον 20ο αιώνα ήταν καταχωμένος σε βάθος έως 2 μέτρα. Ο αρχαιολόγος Π. Βοκοτόπουλος πραγματοποίησε εργασίες ανασκαφής και αποχωμάτωσης το 1969-1970, μελέτησε το μνημείο και το χρονολόγησε στα στο β΄ μισό του 9ου αιώνα διορθώνοντας την αρχική του χρονολογική τοποθέτηση στον 15ο αιώνα. Ο ναός αποτελεί ένα από τα πρώιμα μνημεία των μεσοβυζαντινών χρόνων που ανάγεται στην εποχή πριν την ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου, μαζί με την Παναγία Κορωνησίας, την αγία Παρασκευή του Δράκου, την πρώτη φάση του ναού της αγίας Θεοδώρας κ.ά.

Αρχιτεκτονικά στοιχεία: Ο ναός έχει χτιστεί στον τύπο του ελεύθερου σταυρού όπως και η μεταγενέστερή του εκκλησία της αγίας Παρασκευής του Δράκου. Στο σημείο που συναντώνται οι κεραίες του σταυρού υψώνεται επιβλητικός, κυλινδρικός τρούλος με κωνική στέγη. Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Γ. Βελένη το επάνω τμήμα του τρούλου είναι αποτέλεσμα μεταγενέστερης επέμβασης. Έτσι εξηγείται και το, κάπως δυσανάλογο μέγεθός του σε σχέση με το ναό. Η κάτοψη του μνημείου συμπληρώνεται με τον τετράγωνο νάρθηκα, στα δυτικά που προεκτείνει την κάθετη κεραία του σταυρού. Ο νάρθηκας χωρίζεται από τον κυρίως ναό με δύο παραστάδες. Η αψίδα του ιερού είναι κυκλική και φέρει τρίλοβο παράθυρο. Οι καμάρες που διαμορφώνουν τις οροφές καλύπτονται εξωτερικά με δίριχτες στέγες για το βόρειο και νότιο σκέλος και με μονόριχτη, για το δυτικό τμήμα του κυρίως ναού και το νάρθηκα. Η είσοδος στην εκκλησία γίνεται από τη δυτική πλευρά, ενώ το λίθινο δάπεδο κατασκευάστηκε το 1969. Κατά τις ανασκαφικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν ήρθαν στο φως κιβωτιόσχημοι τάφοι στο βόρειο, το νότιο και το δυτικό σκέλος του σταυρού. Νεότερη κατασκευή αποτελεί και η Αγία Τράπεζα.

Εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομή αποτελείται από ακανόνιστους λίθους με κομμάτια πλίνθων ή κεραμιδιών να παρεμβάλλονται ανάμεσά τους, κυρίως σε οριζόντια διάταξη. Την τοιχοποιία κοσμεί κεραμοπλαστικός διάκοσμος που παρατηρείται στον τρούλο και στην ανατολικής αψίδας. Συγκεκριμένα, τα αψιδωτά παράθυρα του τρούλου ορίζονται περιμετρικά με πλίνθινα τόξα που, με τη σειρά τους περιβάλλονται με οδοντωτή ταινία. Λίγο ψηλότερα περιτρέχει τον τρούλο ζώνη αποτελούμενη από διαγώνιες πλίνθους, ενώ οδοντωτή ταινία κοσμεί το παράθυρο της αψίδας.

Ζωγραφικός διάκοσμος: Μετά την αποχωμάτωση του ναού το 1969-1971 αποκαλύφθηκαν τέσσερις στρώσεις τοιχογραφιών που φιλοτεχνήθηκαν σε διαφορετικές εποχές. Σύμφωνα με την έρευνα, ο πρώτος ναός ήταν άγραφος. Τοιχογραφήθηκε για πρώτη φορά στο β΄ μισό του 13ου αιώνα και αφού είχε μεσολαβήσει η πρώτη του κατάχωση. Η πρώτη αυτή διακοσμητική φάση παρουσιάζει ισχυρή φθορά, διασώζει ωστόσο μεγάλο τμήμα της. Σ’ αυτήν ανήκουν οι τοιχογραφίες του ιερού με κυρίαρχη την μορφή της Παναγίας Πλατυτέρας πλαισιωμένης από δύο αγγέλους. Εντοπίζονται, επίσης οι μορφές ενός αγίου, δύο ιεραρχών και ισάριθμων διακόνων στον τοίχου του τρίλοβου παραθύρου. Αναγνωρίζεται ο πρωτομάρτυρας Στέφανος, στα αριστερά. Άλλα θέματα που διασώζονται είναι ολόσωμοι μετωπικοί άγιοι, όπως ο Παντελεήμων, ο Κοσμάς και Δαμιανός κ.ά. Η δεύτερη φάση τοποθετείται στον 16ο αιώνα και σ΄ αυτήν ανήκει μνημειακή, ολόσωμη μορφή του αγίου Βασιλείου που ευλογεί. Οι δύο νεώτερες φάσεις χρονολογούνται μετά τον 17 αιώνα. Περιλαμβάνουν παραστάσεις όπως οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη, η βάπτιση του Χριστού και μορφές αγίων, ολόσωμες και έφιππες.

Ναός Παναγίας Παντάνασσας

Η Παναγία Παντάνασσα βρίσκεται στο βορειότερο άκρο του νομού Άρτας, κοντά στη λίμνη Ζηρού και πάνω στην παλαιά εθνική οδό Ιωαννίνων-Πρεβέζης. Απέχει 17 χιλ. από την Άρτα και 5 χιλ. από τη Φιλιππιάδα.
Μεσοβυζαντινό μνημείο, της ακμής του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ήταν ένα από τα δύο μοναστήρια που ίδρυσε ο δεσπότης Μιχαήλ Β΄ Κομνηνός, σε ένδειξη μεταμέλειας για τον έκλυτο βίο που διήγε και την άσχημη συμπεριφορά του απέναντι στην σύζυγό του, μετέπειτα αγία Θεοδώρα. Αυτή είναι η πληροφορία που παραδίδεται από τον μοναχό Ιώβ Μελία (13ος), βιογράφο της αγίας Θεοδώρα.
Το καθολικό της μονής Παντάνασσας υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ναούς του Δεσποτάτου. Οικοδομήθηκε στα μέσα του 13ου αιώνα από τον Μιχαήλ Β΄, ενώ στα τέλη του αιώνα, προστέθηκε το περίστωο που περιβάλλει το ναό, πιθανότατα από το γιο του, Νικηφόρος Α’. Φαίνεται, όμως ότι το μοναστικό συγκρότημα υπέκυψε από νωρίς στην καταστροφική δράση των φυσικών φαινομένων. Τον 15ο αιώνα το καθολικό είχε υποστεί, ήδη σημαντικές ζημιές. Στους επόμενους αιώνες η μονή οδηγήθηκε στην εγκατάλειψη. Μάλιστα ο μητροπολίτης Άρτας, Σεραφείμ Ξενόπουλος (β’ μισού19ου αιώνα) θεωρεί ότι το μοναστήρι καταστράφηκε το 1692. Το 1820 ο Άγγλος περιηγητής, Thomas Hughes γράφει στο βιβλίο του «Travels in Sicily, Greece and Albania» ότι στην περιοχή υπάρχουν ερείπια ναού κάτω από ψηλά δέντρα και ότι οι τοίχοι του σώζονται σε μεγάλο ύψος. Το 1836, το κτιριακά κατάλοιπα τράβηξαν την προσοχή του ηγούμενου της μονής Προδρόμου, Παρθένιου ο οποίο επισκεύασε το μικρό παρεκκλήσι του αγίου Βασιλείου, στη νότια πλευρά του καθολικού. Αυτός είναι και ο λόγος που το μικρό ναΰδριο διασώθηκε στα νεώτερα χρόνια, διατηρώντας ικανοποιητικά στοιχεία για την αποκατάσταση του τρούλου του, που πραγματοποιήθηκε υπό τον καθηγητή Π. Βοκοτόπουλο.
Τα ερείπια του μοναστηριού ταύτισε για πρώτη φορά με την Παναγία Παντάνασσα, ο μητροπολίτης Άρτας, Σεραφείμ Ξενόπουλος, ο Βυζάντιος στα τέλη του 19ου αιώνα. Ως το 1970, παρέμεναν εγκαταλελειμμένα, επιχωμένα και καλυμμένα από πυκνή βλάστηση. Το 1971 ο Π. Βοκοτόπουλος ξεκίνησε εκτεταμένες εργασίες ανασκαφής και μελέτης του καθολικού που διήρκησαν χρόνια. Εκτός από πλήθος κινητών ευρημάτων, αποκαλύφθηκαν σημαντικά στοιχεία για την μορφολογία του ναού που ανασκεύασαν την αρχική εντύπωση για τον αρχιτεκτονικό τύπο που αντιπροσωπεύει. Επιστέγασμα των εργασιών αυτών ήταν η αποκατάσταση του τρούλου του παρεκκλησίου με τον κεραμοπλαστικό διάκοσμο της τοιχοποιίας του.
Σήμερα τα ερείπια του ναού της Παντάνασσας δεν επιτρέπουν στον επισκέπτη να ανασύνθεσή του. Αμυδρά υποδηλώνεται το αρχικό μεγαλείο του μεγάλου κτίσματος και σίγουρα το μικρό παρεκκλήσι του αγίου Βασιλείου είναι μάρτυρας της πρώτης, επιβλητικής του εικόνας.

Αρχιτεκτονική: Σύμφωνα με τον Π. Βοκοτόπουλο το καθολικό του μοναστηριού της Παναγίας Παντάνασσας, με συνολικές διαστάσεις κάτοψης 27,30Χ15μ, περίπου, ανήκει σε σπάνια παραλλαγή του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με σαφείς επιδράσεις από την αρχιτεκτονική της Κωνσταντινούπολης.
Πέντε συνολικά τρούλοι διαμορφώνονταν στις οροφές του. Ο μεγάλος, κεντρικός τρούλος υψωνόταν στο σημείο που συναντιόνταν οι κεραίες του σταυρού. Οι κίονες που τον στήριζαν στο εσωτερικό ήταν ανάλογου μεγέθους. Τρεις από τις βάσεις αυτών των κιόνων βρέθηκαν στις ανασκαφικές εργασίες. Οι άλλοι τέσσερις τρούλοι, γύρω από τον κεντρικό, ήταν μικρότεροι και κάλυπταν τους γωνιαίους χώρους.
Το ιερό ήταν τριμερές, είχε δηλαδή αυτόνομους χώρους που ορίζονταν με κάθετους τοίχους και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με θυραία ανοίγματα. Στα ανατολικά διαμορφώνονταν τρεις κόγχες.
Στα δυτικά του καθολικού, ο νάρθηκας είχε τρία θυραία ανοίγματα για να επικοινωνεί με τον κυρίως ναό και δύο εισόδους, μία στη βόρεια και μία στη νότια πλευρά. Τον ναό περιέβαλε το περίστωο, πιθανό έργο του Νικηφόρου Α’ και της συζύγου του Άννας Παλαιολογίνας. Η μεγάλη στοά σε σχήμα Π περιέτρεχε όλες τις πλευρές του καθολικού. Στα ανατολικά της άκρα διαμορφωνόταν δύο τρουλαία παρεκκλήσια. Το βόρειο δεν είναι γνωστό που ήταν αφιερωμένο. Το νότιο του αγίου Βασιλείου έχει διασωθεί ως σήμερα. Το περίστωο στηριζόταν σε διπλή κιονοστοιχία, στη νότια και δυτική πλευρά και σε πεσσούς, στη βόρεια.

Επιγραφές: Σε έναν από τους δύο κίονες που αναστηλώθηκαν από τη δυτική πλευρά του περιστώου διακρίνονται δύο επιγραφές: Η μία «Ιω(άννης) Δεσπότ(ης)/ Σπάτας» αναφέρεται στον Αλαβανό, Γκίνη (Ιωάννη) Μπούα Σπάτα που υπήρξε δεσπότης της Άρτας μεταξύ 1374 και 1399. Η δεύτερη βρίσκεται στα αριστερά της: «Κ(ύρι)ε Ι(ησο)ύ Χ(ριστ)έ Υιέ Θ(ε)ού».
Σε άλλη επιγραφή στον βορειοδυτικό κίονα υπάρχει χαραγμένο το όνομα: «ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΟΥΝΙΛασ».
Τέλος, σε πλίνθινη πλάκα, που βρέθηκε στις ανασκαφικές εργασίες, πιθανότατα προερχόμενη από το περίστωο υπάρχει εγχάρακτο το όνομα του Νικηφόρου Α’.
Τοιχοποιία και εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομία του ναού ακολουθούσε, στο μεγαλύτερο μέρος, το πλινθοπερίκλειστο βυζαντινό σύστημα, δηλαδή λίθοι που περιβάλλονται από μία ή δύο σειρές πλίνθων. Οι εξωτερικοί τοίχοι του καθολικού κοσμούταν από τρεις σειρές αψιδωμάτων, σαφές στοιχείο επιδράσεις της αρχιτεκτονικής της Κωνσταντινούπολης. Από τις πλίνθους που αποκαλύφθηκαν στην ανασκαφή ανακαλούνται στοιχεία του πλούσιου κεραμοπλαστικού διακόσμου, όπως αβακωτές ζωφόροι, οδοντωτές ταινίες κά.

Γλυπτός διάκοσμος: Τα πλούσια ευρήματα της ανασκαφικής έρευνας αποκάλυψαν ένα ενδιαφέρον σύνολο γλυπτού διακόσμου από το εσωτερικό του ναού που χαρακτηρίζεται από ποιότητα και ποικιλία.
Αρχικά είναι τα κιονόκρανα (λιγοστά βρέθηκαν ολόκληρα) από τον κυρίως ναό και το περίστωο που προέρχονται από παλαιοχριστιανικά και αρχαία κτήρια. Αξιοσημείωτα είναι τα ίχνη επιχρύσωσης που διασώζονται σε αρκετά τμήματα, ενώ παρατηρούνται πολλές ομοιότητες με τα κιονόκρανα της αγίας Θεοδώρας, στην Άρτα.
Μια άλλη κατηγορία γλυπτών αποτελεί η μαρμάρινη διακόσμηση των πυλώνων στις εισόδους του ναού, έντονα επηρεασμένη από την ρωμανική, μεσαιωνική τέχνη της Ευρώπης.
Τέλος, στη βυζαντινή τεχνοτροπία κατατάσσονται τα ανάγλυφα που προέρχονται, κυρίως από το τέμπλο και τα προσκυνητάρια του ναού.

Τοιχογραφίες: Από τις τοιχογραφίες του ναού σήμερα σώζονται μόνο λιγοστά σπαράγματα. Αναγνωρίζονται συλλειτουργούντες ιεράρχες στο βόρειο και νότιο τοίχο, ολόσωμοι άγιοι με ειλητάρια (περγαμηνές) και ζώνη με γεωμετρικό διάκοσμο.
Ξεχωριστή και με ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον είναι η παράσταση της Παναγίας με τον Χριστό μπροστά στο στήθος που στέφει ζεύγος ηγεμόνων με δύο παιδιά. Η επιγραφή ενημερώνει ότι πρόκειται για τον δεσπότη Νικηφόρο Α (1269-1296), την σύζυγό του Άννα και τα δύο τους παιδιά.
Το καθολικό έφερε τοιχογραφίες και στους εξωτερικούς τοίχους όπως δείχνουν λιγοστά ίχνη.

Η περιοχή της Παντάνασσας χρησιμοποιήθηκε μετά την ερήμωση του καθολικού ως κοιμητήριο όπως αποδεικνύουν αρκετές ταφές γύρω από το ναό. Παλαιότερα είχε βρεθεί κοντά στη μονή μεγάλος παλαιοχριστιανικός άμβωνας (σήμερα στην Αρχαιολογική Συλλογή της Παρηγορίτισσας). Δεν μπορούμε, όμως να γνωρίζουμε, ούτε από ποια εκκλησία προέρχεται, ούτε αν χρησιμοποιήθηκε στην μονή.

Ναός Αγίας Παρασκευή του Δράκου

Ο Ναός της Αγίας Παρασκευής του Δράκου βρίσκεται 11 χιλιόμετρα βόρεια της Άρτας, πάνω από τον συνοικισμό της Αμπελιάς Αμμοτόπου και 2 χιλιόμετρα, περίπου βορειανατολικά της επαρχιακής οδού Άρτας-Χανόπουλου- Αμμότοπου. Απομονωμένος στη νότια περιοχή του Ξηροβουνίου, πάνω στις ομαλές πλαγιές της Γκελπερίνας, συνδέει την ίδρυσή του με την παρακείμενη σπηλιά ή δρακότρυπα όπως την ονομάζουν οι ντόπιοι.

Ο θρύλος της ανέγερσης του ναού, αλλά και η προσωνυμία «του δράκου», βασίζεται στο γνωστό και ιδιαίτερα δημοφιλές θέμα της δρακοφονίας που συμβολίζει τη νίκη πάνω στο Κακό και σχετίζεται, κυρίως με τον άγιο Γεώργιο.

Σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση στη σπηλιά κατοικούσε ένας δράκος που, μια φορά το χρόνο εμφανιζόταν στο πανηγύρι του χωριού και άρπαζε την πιο όμορφη κόρη. Οι κάτοικοι παρακάλεσαν την αγία Παρασκευή να τους απαλλάξει από το κακό κι έτσι η αγία συγκρούστηκε με το τέρας και το σκότωσε. Προς τιμή της οι κάτοικοι ανήγειραν το εκκλησάκι.

Η σπηλιά: Εντυπωσιακή για το μέγεθος και τα βραχώδη εξάρματα, η σπηλιά έχει άνοιγμα 4Χ4 μέτρα και είναι έως 30 μέτρα βαθιά. Η πρόσβαση στο εσωτερικό της γίνεται από τα βόρεια του ναού της αγίας Παρασκευής όπου μια απότομη σκάλα οδηγεί στην υπόγεια αίθουσα του σπηλαίου. Τα θεμέλια κτίσματος, πιθανόν παρεκκλησίου, που βρέθηκαν στην υπόγεια αυτή αίθουσα, υποδηλώνουν ότι το βάραθρο αποτελούσε χώρο λατρείας και από τα παλαιότερα χρόνια όπως συμβαίνει και σήμερα. Δίπλα από τα κτιστά κατάλοιπα διαμορφώνεται πηγάδι όπου, συμφώνα με τους κατοίκους στάζει νερό από τους σταλακτίτες την ημέρα της γιορτής της αγίας, στις 26 Ιουλίου. Στο δεξί τμήμα του σπηλαίου υπάρχει επιμήκης χώρος που ως σήμερα παραμένει ανεξερεύνητος.

Ιστορία – Μελέτες: Γραπτές μαρτυρίες για το ναό και τη σπηλιά δεν υπάρχουν. Στα χρόνια της επανάστασης του 1821, η εκκλησία πυρπολήθηκε. Τμήματα του τοίχου και του τρούλου ανακατασκευάστηκαν τον περασμένο αιώνα. Την αρχιτεκτονική του μνημείου μελέτησε πρώτος ο αρχαιολόγος, Π. Βοκοτόπουλος ο οποίος χρονολόγησε το εκκλησάκι, σύμφωνα με τα μορφολογικά του στοιχεία, στο β’ μισό του 11ου αιώνα.

Αρχιτεκτονική: Ο ναός, διαστάσεων 10,85Χ6,70μ., ανήκει στον τύπο του ελεύθερου σταυρού. Έχει ψηλό, κυλινδρικό τρούλο και τετράγωνο νάρθηκα στα δυτικά που προεκτείνει την κάθετη κεραία του σταυρού. Στα ανατολικά καταλήγει σε ημικυκλική αψίδα. Η είσοδος γινόταν από πέντε θυραία ανοίγματα. Δύο στον κυρίως ναό, στη βόρεια και νότια πλευρά και από ένα στις τρεις πλευρές του νάρθηκα (βόρεια, νότια, δυτική). Σήμερα βρίσκονται σε χρήση μόνο οι είσοδοι από τη βόρεια και δυτική πλευρά του νάρθηκα. Οι υπόλοιπες είναι χτισμένες. Στον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο ανήκει ο αρχαιότερος ναός του αγίου Βασιλείου Γέφυρας.

Εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομή αποτελείται από ακανόνιστους λίθους και η στέγη από γκρίζες σχιστόπλακες. Ο εξωτερικός διάκοσμος αποτελείται από οδοντωτή ταινία που ορίζει περιμετρικά το τύμπανο και τα παράθυρα του τρούλο. Ίδια ταινία φαίνεται ότι περιέτρεχε ολόκληρο το μνημείο όπως μαρτυρούν σχετικά κατάλοιπα στους τοίχους του ναού.

Εσωτερικός διάκοσμος: Εσωτερικά ο ναός καλύπτεται από καμάρες, ενώ διαμορφώνονται τέσσερις κόγχες στο πάχος του τοίχου στη βόρεια και νότια πλευρά (εγκάρσια κεραία του σταυρού). Οι επιφάνειες των τοίχων στο εσωτερικό είναι επιχρισμένες και δεν φαίνεται να υπήρχαν τοιχογραφίες, ενώ το ξύλινο τέμπλο τοποθετήθηκε, ίσως τον 19ο αιώνα.

Παρά την έλλειψη ζωγραφικού διακόσμου το μνημείο έχει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς ανήκει στην μεσοβυζαντινή περίοδο. Μαζί με τον άγιο Δημήτριο Κατσούρη, τον άγιο Βασίλειο Γέφυρας και την Παναγία Κορωνησίας, αποτελεί δείγμα αρχιτεκτονικής της εποχής πριν την ίδρυση Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Ο Ναός της αγίας Παρασκευής του δράκου έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Ναός Αγίου Νικολάου της Ροδιάς

Ο βυζαντινός ναός του Αγίου Νικολάου της Ροδιάς βρίσκεται 4 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη της Άρτας, στο χωριό Κιρκιζάτες. Η προσωνυμία «της Ροδιάς» παρέμεινε από την εποχή που υπαγόταν ως μετόχι στο μοναστήρι της Παναγίας Ροδιάς ή Ρόδον το Αμάραντον, που βρίσκεται κοντά στο χωριό, Βίγλα.
Έρευνα και χρονολόγηση: Οι ιστορικές μαρτυρίες για το μνημείο είναι πενιχρές με την παλαιότερη αναφορά να εντοπίζεται το 1884, στο έργο «Δοκίμιον ιστορικόν περί ‘Aρτης και Πρεβέζης» του Σεραφείμ Ξενόπουλου, μητροπολίτη Άρτας κατά τον 19ο αιώνα. Από τα δεδομένα της έρευνα, η ίδρυση του ναού ανάγεται στις αρχές του 13ου αιώνα και σύμφωνα με τις ανασκαφικές εργασίες θεμελιώθηκε πάνω σε αρχαιότερο ναό του 9ου ή 10ου αιώνα, όπως συμβαίνει με πολλά άλλα μνημεία στην περιοχή.
Μέχρι το 1959, το μνημείο ήταν επιχωμένο στο μεγαλύτερο τμήμα του, γεγονός που συνετέλεσε στην διατήρησή του. Με το ναό ασχολήθηκε διεξοδικά ο αρχιτέκτονας, Αναστάσιος Ορλάνδος, ο οποίος απέδωσε την πρώτη σχεδιαστική αναπαράσταση το 1936 και μετά την αποχωμάτωσή του προχώρησε στις αναστηλωτικές εργασίες. Νεώτερη ανασκαφική έρευνα το 2020 εξωτερικά του μνημείου απέδειξε ότι ο χώρος μεταξύ ναού και του περιστώου χρησίμευσε ως χώρος ταφής.

Αρχιτεκτονική: Χωρίς να έχει επιβλητικό όγκο, ούτε περίτεχνη εξωτερική διακόσμηση, ο ναός αγίου Νικολάου της Ροδιάς, αποπνέει γραφικότητα εξαιτίας του μικρού του μέγεθος και των επιμέρους αρχιτεκτονικών όγκων του. Το μνημείο έχει διαστάσεις κάτοψης 5,25Χ5,67μ. και είναι κατασκευασμένο στον τύπο δικιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Ο τύπος είναι γνωστός σε μνημεία της Άρτας, όπως, για παράδειγμα η Κόκκινη Εκκλησιά.
Το ιερό είναι τριμερές (χωρίζεται, δηλαδή με τοίχους που φέρουν τοξωτά θυραία ανοίγματα για την επικοινωνία των τριών χώρων). Η ανατολική αψίδα στο ιερό έχει ορθογώνιο σχήμα και οι κόγχες του διακονικού και της προθέσεως διαμορφώνονται στο πάχος του τοίχου. Η οροφή του κυρίως ναού αποτελείται από δύο καμάρες που σχηματίζουν σταυρό με ένα οκτάπλευρο, ψηλό τρούλο να υψώνεται στην διασταύρωση των κεραιών τους. Με καμάρα στεγάζεται και ο νάρθηκας. Δίριχτες και μονόριχτες στέγες καλύπτουν εξωτερικά τα στοιχεία της οροφής.
Το δάπεδο του ναού ήταν επιχωμένο και εντοπίστηκε σε βάθος 1ος μέτρου, σε πρόσφατη ανασκαφική έρευνα που διενεργήθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων.
Ο ναός διέθετε περίστωο, ενώ η είσοδος γινόταν από τρεις πύλες μια σε κάθε πλευρά, δυτική, βόρεια και νότια. Σήμερα είναι σε χρήση μόνο η δυτική είσοδος, καθώς οι υπόλοιπες έχουν εντοιχιστεί.

Γλυπτός διάκοσμος και Τοιχογραφίες:
Τόσο ο γλυπτός, όσο και ο ζωγραφικός διάκοσμος του ναού του αγίου Νικολάου της Ροδιάς, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς παρουσιάζουν περισσότερες ομοιότητες με μνημεία της προγενέστερης, μεσοβυζαντινής περιόδου, παρά με αυτά της υστεροβυζαντινής εποχής της ίδρυσης του Δεσποτάτου της Ηπείρου που είναι σύγχρονά τους.
Τα κιονόκρανα των κιόνων στο εσωτερικό της εκκλησίας έχουν σχήμα κόλουρου κώνου. Όλες οι πλευρές τους είναι πλούσια διακοσμημένες με ανάγλυφα σχηματοποιημένα φυτικά και ζωικά θέματα και σταυρούς.
Ο ζωγραφικός διάκοσμος του ναού είναι από τα σπάνια ζωγραφικά σύνολα που διασώζονται από τις αρχές του 13ου αιώνα, την πρώιμη, δηλαδή εποχή του Δεσποτάτου. Εκτός από τα αρχαϊστικά, τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά του, ιδιαιτερότητα παρουσιάζει και το εικονογραφικό πρόγραμμα όπου αποδίδονται θέματα που συναντώνται μόνο στο Άγιον Όρος και το Βατικανό. Σπάνια είναι και η παράσταση του γνωστού θαύματος του Αγίου Νικολάου κατά το οποίο κατευνάζει τη θαλασσοταραχή και σώζει το πλοίο με το οποίο ταξίδευε προς τα Ιεροσόλυμα. Άλλες σκηνές που αποδίδονται είναι η ένθρονη, βρεφοκρατούσα Πλατυτέρα στην κόχη του ιερού και η κοινωνία των Αποστόλων που αναπτύσσεται στο βόρειο και νότιο τοίχο του. Στον ίδιο χώρο εικονογραφείται η Ανάληψη του Χριστού μέσα σε μετάλλιο που κρατούν τέσσερις Άγγελοι, οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, ο Παλαιός των Ημερών, τα Εισόδια της Θεοτόκου κ.ά. Στον κυρίως ναό υπάρχουν σκηνές από τα Πάθη του Χριστού, η κοίμηση της Θεοτόκου, ολόσωμοι άγιοι κά. Σπάνιες για τη μνημειακή ζωγραφική είναι δύο παραστάσεις με τους Επτά παίδας εν Εφέσω και τους Τρεις παίδας εν καμίνω που διακρίνονται στους πλάγιους χώρους του ναού. Ο βίος του αγίου Νικολάου ιστορείται στο νάρθηκα, ενώ στις πρόσφατες διερευνητικές εργασίες του 2014-2015 αποκαλύφθηκε παράσταση γρύπα.
Οι σκηνές προβάλλονται σε βαθύ γαλάζιο βάθος , οι επιγραφές είναι μεγαλογράμματες και οι ψηλόλιγνες μορφές αποδίδονται με έντονα περιγράμματα και συγκρατημένες χειρονομίες.

Ναός Παναγιάς της Ροδιάς

Η Μονή Ροδιάς ή Ροϊδιάς ή Ρόδο το Αμάραντο, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, βρίσκεται στους πρόποδες της ΝΔ πλαγιάς του Μαυροβουνίου (υψ.329μ.), πάνω από τη ΒΑ όχθη της λιμνοθάλασσας της Ροδιάς, δυτικά της Άρτας και ανάμεσα στα χωριά Βίγλα – Στρογγυλή. Ανεγέρθηκε το 1860 στη θέση παλιότερου βυζαντινού καθολικού, γνωστό στις γραπτές πηγές με την προσωνυμία “Ρόδον το Αμάραντον”, κατά τον ομώνυμο εικονογραφικό τύπο της εικόνας της Παναγίας. Από την ίδια εικόνα έλαβε την επωνυμία «Ροδιά», τόσο η νεώτερη εκκλησία, όσο και η λιμνοθάλασσα.
Ο χρόνος ίδρυσης του βυζαντινού καθολικού δεν είναι επιβεβαιωμένος. Κατά τον Σεραφείμ Ξενόπουλο, μητροπολίτη Άρτας του 19ου αιώνα, ανάγεται στο 970. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του αναγέρθηκε στη θέση αυτή σταυροπηγιακό μοναστήρι, όταν αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο Ιωάννης Τσιμισκής και Πατριάρχης ο Βασίλειος. Η πληροφορία είναι αρκετά αξιόπιστη, εφόσον βασίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία που παραθέτει ο μητροπολίτης και αναφορές που, σύμφωνα με τον ίδιο, άντλησε από αρχαία χειρόγραφα που υπήρχανε στο μοναστήρι και που, δυστυχώς σήμερα δε σώζονται. Απ’ την ίδια πηγή μαθαίνουμε ότι το μοναστήρι έφτασε σε μεγάλη ακμή και είχε στην κατοχή του πολυάριθμα κτήματα, ιχθυοτροφείο καθώς και τέσσερα μετόχια, μεταξύ των οποίων και το βυζαντινό ναό του Αγίου Νικολάου της Ροδιάς στις Κιρκιζάτες. Αρχαιότερη θεωρεί την μονή ο Παναγιώτης Αραβαντινός, χρονογράφος του 19ου αιώνα που τοποθετεί χρονικά την ίδρυσή της στο 925. Αναφέρει, μάλιστα ότι τον 18ο αιώνα το μοναστήρι είχε εισόδημα 8.000 γρόσια το χρόνο.
Το μοναστήρι πρωτοστατούσε συχνά στον αγώνα κατά των Τούρκων και πολλές φορές έγινε στόχος βάρβαρων επιδρομών. Στα χρόνια της επανάστασης καταστράφηκε ολοσχερώς. Τα κτήματα αρπάχτηκαν απ’ τους Τούρκους και ο ναός ερειπώθηκε. Παρέμεινε έτσι ως το 1860, οπότε στη θέση του κτίστηκε ο περικαλλής σημερινός ναός.
Πρόκειται για μεγάλη μονόχωρη, σταυρεπίστεγη, θολωτή βασιλική με θολωτό νάρθηκα και έναν πολύ μικρής διαμέτρου, ψηλό τρούλο που προσφέρει στο σύνολο κομψότητα και χάρη. Ο ιδιότυπος αυτός τρούλος είναι και το χαρακτηριστικό του γνώρισμα. Μοναδικός στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της Ηπείρου προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη ιδιαιτερότητα στο μνημείο. Οι στέγες είναι πλακοσκεπείς με εμφανή την προσπάθεια του τεχνίτη να τονίσει το σχήμα του σταυρού. Οι δύο θόλοι στις κάθετες κεραίες του «σταυρού» έχουν εξωτερικά τη μορφή αετώματος συμβάλλοντας, έτσι στην εξωτερική ποικιλομορφία του συνόλου.
Η τοιχοδομή είναι πολύ επιμελημένη στις γωνίες, με μοναδική εξωτερική διακόσμηση, απλή οδοντωτή ταινία στα γείσα του κύριου κτίσματος και διπλή στα γείσα του τρούλου και της κόγχης του ιερού. Ο τετράγωνος νάρθηκας προστέθηκε αργότερα όπως είναι εμφανές από την τοιχοποιία, σίγουρα όμως πριν το 1884, αφού τη χρονιά αυτή έγινε η εικονογράφησή του.
Το εσωτερικό του ναού είναι κατάγραφο και διατηρημένο σε πολύ καλή κατάσταση. Σύμφωνα με επιγραφή που υπάρχει στο εσωτερικό υπέρθυρο της νότιας εισόδου, η εικονογράφηση έγινε το 1884 από Σαμαρινιούς ζωγράφους και παρουσιάζει τη γνωστή, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, διάταξη σε ζώνες, με ολόσωμους αγίους κάτω, στηθάρια αγίων στη μέση και ευαγγελικές σκηνές ή σκηνές απ’ το εορτολόγιο στις πάνω ζώνες. Βασικά στοιχεία της τεχνοτροπίας των παραστάσεων είναι τα έντονα χρώματα και τα ραδινά πρόσωπα με τις μειλίχιες εκφράσεις που δε θυμίζουν τη γνωστή αυστηρότητα των βυζαντινών, αλλά πλησιάζουν, μάλλον τη χιοναδίτικη αγιογραφική παράδοση. Ο ναός της Παναγίας της Ροδιάς, αποτελεί αξιολογότατο αρχιτεκτονικό και αγιογραφικό μνημείο της μεταβυζαντινής ζωγραφικής παράδοσης.
Όχι μακριά απ’ το ναό, στα ριζά της ίδιας βραχώδους πλαγιάς, βρίσκεται σπήλαιο το οποίο για πολλά χρόνια χρησιμοποιήθηκε ως ασκηταριό, όπως υποδηλώνουν τα ίχνη τοιχογραφιών στα τοιχώματα του. Σύμφωνα με την παράδοση – την οποία διασώζει ο χρονογράφος της Ηπείρου, Αραβαντινός – εκεί ασκήτεψε ο Άγιος Βλάσιος της Σεβαστείας. Δυστυχώς, βάρβαρες επεμβάσεις εξαφάνισαν τη λάμψη αυτών των τοιχογραφιών βεβηλώνοντας και το χώρο, αφού απ’ ό,τι φαίνεται, το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε για πολλά χρόνια ως στάβλος.

Ιερά Μονή Κάτω Παναγιάς

Το μοναστήρι της Κάτω Παναγιάς στην όχθη του ποταμού Αράχθου, είναι χτισμένο σε υψόμετρο 40μ, στους πρόποδες του λόφου της Περάνθης, νότια της Άρτας και πάνω στην επαρχιακή οδό, Άρτας Κομμένου που οδηγεί στα καμποχώρια.
Αφιερωμένο στο Γενέσιο της Θεοτόκου, πήρε στα νεώτερα χρόνια την προσωνυμία «Κάτω Παναγιά», πιθανότατα για να διακρίνεται από τον ναό της Παναγίας της Παρηγορήτισσας που δεσπόζει στο ψηλότερο σημείο της πόλης. Σε παλαιότερες πηγές, κατά την οθωμανική περίοδο αναφέρεται και ως «Μονή κατά την οδόν της Βρύσεως».

Ίδρυση – χρονολόγηση-ιστορικές αναφορές: Κτίστηκε στα μέσα του 13ου αιώνα από τον δεσπότη Μιχαήλ Β’ Κομνηνό Δούκα, όπως μας πληροφορεί η αρχαιότερη γραπτή πηγή, που προέρχεται από τον μοναχό Ιώβ Μελία, βιογράφο της αγίας Θεοδώρας και σύγχρονο του ηγεμόνα. Σύμφωνα με την ίδια γραπτή παράδοση, ο Μιχαήλ Β’ Δούκας ίδρυσε την μονή, μαζί με το μοναστήρι της Παναγίας Παντάνασσας, σε ένδειξη μεταμέλειας για την μοιχεία που διέπραξε και την εξορία της συζύγου, Θεοδώρας, μετέπειτα αγίας και σημερινής πολιούχου της Άρτας. Τον δεσπότη Μιχαήλ Β’ υποδεικνύουν ως κτήτορα της μονής και μεταγενέστερες ενθυμήσεις (σύντομα κείμενα ανώνυμων συγγραφέων που αναφέρονται σε χρονολογίες και σημαντικά γεγονότα), καθώς και ύστερη επιγραφή στο υπέρθυρο της βόρειας εισόδου.
Η ίδρυση του μοναστηριού της Γενέσεως της Θεοτόκου συμπίπτει με την εποχή της ακμής του Δεσποτάτου της Ηπείρου και σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες είχε συνεχή δράση μέσα στο χρόνο. Ο μητροπολίτης Άρτας του 19ου αιώνα, Σεραφείμ Ξενόπουλος αναφέρει ότι τον 15ο αιώνα ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β΄ (1447-1512) φιλοξενήθηκε στη μονή και επικύρωσε με φιρμάνι την κτηματική περιουσία της. Το 16ο αιώνα ο πατριάρχης Ιερεμία Β΄ προσαρτά ως μετόχι στην Κάτω Παναγιά, το μοναστήρι της Παναγίας Παρηγορήτισσας που τότε βρισκόταν σε παρακμή. Το γεγονός αναφέρετε σε σιγίλιο (επίσημο έγγραφο) του πατριάρχη, το έτος 1578. Στην ίδια πηγή το μοναστήρι αναφέρεται ως ανδρική, βασιλική πατριαρχική μονή, ενώ λίγο αργότερα, το 1604, με σιγίλιο του πατριάρχη Ραφαήλ Β΄ η Κάτω Παναγιά προσαρτά και τη μονή των αγίων Αποστόλων.
Η κτηματική περιουσία της μονής ήταν κατά καιρούς πολύ μεγάλη αφού έφθανε να περιλαμβάνει ολόκληρα χωριά, αλυκές και ιχθυοτροφία, ακόμη και λιμάνι. Υπήρξε μαζί με το μοναστήρι της Βλαχέρνας και της Παναγίας (Θεοτόκιο) καταφύγιο των κατοίκων κατά την επιδημία της πανώλης, τα έτη 1816-1817 και σε όλο τον 19ο αιώνα δαπανά τεράστια ποσά για σχολεία και εκπαιδευτήρια της επαρχίας Άρτας και Πρέβεζας.
Με το μνημείο ασχολήθηκαν περιηγητές και μελετητές από τον 18ο αιώνα. Η πρώτη εμπεριστατωμένη μελέτη συντάχθηκε το 1936 από τον αρχιτέκτονα Α. Ορλάνδο.

Αρχιτεκτονική: Σύμφωνα με τη σημερινή μορφή, το κτιριακό συγκρότημα του μοναστηριού της Κάτω Παναγιάς, χτισμένο πάνω σε βραχώδες επικλινές έδαφος, περιβάλλεται από ισχυρό περίβολο και περιλαμβάνει το καθολικό, το παρεκκλήσι της αγίας Άννας, τα κελιά και βοηθητικά κτίρια που πλαισιώνουν το ναό, κυρίως από τη νοτιοδυτική και βόρεια πλευρά.
Το ορθογώνιο καθολικό, διαστάσεων 11,45Χ15,10μ. ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης σταυρεπίστεγης βασιλικής με τρούλο. Τα κλίτη χωρίζονται εσωτερικά με κιονοστοιχίες και το ιερό είναι τριμερές (οι χώροι ορίζονται από εγκάρσιους τοίχους με θυραία, τοξωτά ανοίγματα). Οι κόγχες του ιερού είναι τρίπλευρες και διακριτές από την εξωτερική πλευρά. Η κεντρική, του ιερού βήματος, είναι μεγαλύτερη και έχει αμβλείες πλευρές, ενώ οι πλαϊνές, του διακονικού και της πρόθεσης είναι ορθογώνιες και χαμηλότερες.
Κατά μήκος της δυτικής πλευράς διαμορφώνεται στενόμακρος νάρθηκας που δεν διαχωρίζεται εμφανώς από τον κυρίως ναό, παρά με δύο παραστάδες που εξέχουν από τους πλάγιους τοίχους. Παλαιότερα υπήρχε και εξωνάρθηκας όπως μαρτυρούν, η πρώτη σχεδιαστική αναπαράσταση του ναού που έγινε το 1745, από τον ρώσο περιηγητή V. Grigorovich Barskij και τα σχέδια του Α. Ορλάνδου, τα έτη 1911, 1936. Το πλακόστρωτο δάπεδο του εξωνάρθηκα και πολλά άλλα αρχιτεκτονικά του στοιχεία αποκαλύφθηκαν ύστερα από ανασκαφική έρευνα που διενεργήθηκε το 2015.
Η στέγαση του ναού γίνεται με καμάρες. Η κεντρική καμάρα του μεσαίου κλίτους διασταυρώνεται με την εγκάρσια και ψηλότερη καμάρα του ιερού. Στο σημείο που ενώνονται υψώνεται ορθογώνιος τρούλος. Εξωτερικά η στέγαση δημιουργεί πολλά επίπεδα δίνοντας εικόνα πολυμορφίας.
Η κύρια είσοδος του ναού είναι στην νοτιοδυτική γωνία.

Τοιχοποιία εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομή ακολουθεί το βυζαντινό, πλινθοπερίκλειστο σύστημα με λαξευμένες πέτρες από πωρόλιθο και αρχαίο υλικό που ορίζονται περιμετρικά από σειρά πλίνθων. Οι τοίχοι κοσμούνται εξωτερικά από πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και πλίνθινες επιγραφές.
Εσωτερικός διάκοσμος:
Γλυπτά: Οι κιονοστοιχίες που χωρίζουν τα κλίτη φέρουν κιονόκρανα και βάσεις της υστερορωμαϊκής περιόδου, προερχόμενα πιθανόν από κτίσματα της Αμβρακίας. Πολλά έχουν τοποθετηθεί αντίστροφα συμφώνα, προφανώς με τις αισθητικές ανάγκες της εποχής.
Τοιχογραφίες: Στο ζωγραφικό διάκοσμο που καλύπτει εξ ολοκλήρου το ναό αναγνωρίζονται τρεις βασικές φάσεις.
Οι τοιχογραφίες της πρώτης φάσης ανάγονται στην ίδρυσή του ναού, τον 13ο αιώνα και σώζονται στο διακονικό. Περιλαμβάνουν θέματα όπως, ο Παλαιός των ημερών, ο Χριστός δωδεκαετής στο ναό, ο Χριστός σε προτομή, ολόσωμοι άγιοι. Το βάθος των σκηνών είναι βαθύ κυανό και οι επιγραφές μεγαλογράμματες. Ο γραπτός διάκοσμος του διακονικού ανήκει στα σπάνια σύνολα των τοιχογραφιών που χρονολογούνται την εποχή της ακμής του Δεσποτάτου και γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικός.
Στη δεύτερη φάση ανήκει το μεγαλύτερο μέρος του εικονογραφικού προγράμματος και χρονολογείται το 1715, σύμφωνα με επιγραφή που υπήρχε στην είσοδο του εξωνάρθηκα. Στον τρούλο αποδίδεται η Ανάληψη του Χριστού, ενώ αριστερά και δεξιά στην καμάρα παρατηρείται ο Χριστός ως Μεγάλης Βουλής Άγγελος και ο Χριστός στη Δόξα Του. Στους τοίχους, μαζί με αγίους ολόσωμους και σε μετάλλια, ιστορούνται σκηνές από το Δωδεκάορτο. Άλλα θέματα που αποδίδονται είναι ο Χριστός Εμμανουήλ, Μέγας Αρχιερέας και Παντοκράτορας, σκηνές από το θείο Πάθος, η έγερση του Λαζάρου, η Βαϊφόρος κά.
Η τρίτη ζωγραφική φάση που χρονολογείται βάση επιγραφής το 1857 εντοπίζεται στην κόγχη του ιερού όπου αποδίδονται σε τρεις ζώνες, η Πλατυτέρα, άγγελοι σε μετάλλια και η κοινωνία των Αποστόλων.

Στο καθολικό της μονής της Κάτω Παναγιάς έχουν γίνει εργασίες επισκευής, συντήρησης και ανασκαφής σε διάφορες φάσεις από τα μέσα του 20ου αιώνα και συνεχίζονται έως σήμερα.

Η Κάτω Παναγιά είναι από το 1956 ενεργό, γυναικείο μοναστήρι με αξιόλογη κοινωνική δράση.

Ναός Αγίου Δημητρίου Κατσουρή

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου Κατσούρη βρίσκεται στον κάμπο της Άρτας, στο χωριό Πλησιοί, 5 χιλιόμετρα ΝΔ της πόλης και δίπλα στον οικισμό Κωστακιοί.
Χρονολογείται στο α’ μισό του 9ου και αποτελεί το αρχαιότερο μεσοβυζαντινό μνημείο της Άρτας.

Γραπτές αναφορές-χρονολόγηση: Σημαντική γραπτή αναφορά στο μνημείο προέρχεται από το 1229, σε συνοδική επιστολή του Ιωάννη Αποκαύκου, μητροπολίτη Ναυπάκτου. Ο ιεράρχης μας πληροφορεί ότι ο ναός υπήρξε καθολικό ονομαστού μοναστηρίου που βρισκόταν στη δικαιοδοσία του, μαζί με κάποιες άλλες μονές της περιοχής. Με τον συνοδικό ορισμό τις παραχωρούσε όλες στην κυριότητα του επισκόπου Άρτας. Η παραχώρηση, μάλιστα του Αγίου Δημητρίου πραγματοποιήθηκε από τον πατριάρχη Γερμανό Β’, καθώς η μονή ήταν σταυροπηγιακή, υπαγόταν, δηλαδή στην δικαιοδοσία του Πατριαρχείου.
Η προσωνυμία «Κατσούρη» δεν είναι γνωστό από πού προέρχεται. Χαρακτήριζε, πάντως το μοναστήρι, τουλάχιστον από τις αρχές του 13ου αιώνα, εφόσον αναφέρεται στη συνοδική επιστολή του Αποκαύκου. Φαίνεται ότι τον 13ο αιώνα, η μοναστική κοινότητα του Αγίου Δημητρίου απολάμβανε οικονομική ευρωστία, κάτι που συμφωνεί και με την ακμή του Δεσποτάτου, την ίδια εποχή. Στις αρχές του 13ου αιώνα, εξάλλου τοιχογραφήθηκε για πρώτη φορά ο ναός.
Για τα μετέπειτα χρόνια δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Το μοναστήρι επιβίωσε, πιθανώς ως τον 18ο αιώνα οπότε και διαλύθηκε. Ο ναός δέχτηκε οικοδομικές επεμβάσεις , στον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα και σήμερα είναι κοιμητηριακός.

Αρχιτεκτονική: Ο ναός του Αγίου Δημητρίου Κατσούρη είναι κτισμένος σε μια σπάνια, παραλλαγή του σταυροειδούς εγγεγραμμένου τύπου. Στην διασταύρωση των κεραιών του σταυρού υψώνεται φαρδύς, κυλινδρικός τρούλος με κωνική στέγη. Ο ανατολικός τοίχος του ιερού καλύπτεται από τρεις ημικυλινδρικές κόγχες, με την κεντρική να ανοίγεται σε όλο το πλάτος του ιερού βήματος και να καταλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα του ύψους του. Ομοίως και οι πλαϊνές ανοίγονται στο μεγαλύτερο μέρος του τοίχου, ακλουθώντας τις μικρότερες διαστάσεις της πρόθεσης και του διακονικού. Δικλινείς και μονόριχτες στέγες καλύπτουν εξωτερικά τις καμάρες που αποτελούν τις οροφές των χώρων του ναού.
Ο Δ. Πάλλας χαρακτήρισε τον τύπο του ναού ως δρομικό σταυροειδή εγγεργραμμένο, ενώ ο Π. Βοκοτόπουλος τον ονόμασε οκτάστυλο σταυροειδή.
Πολύ μεταγενέστερος είναι ο νάρθηκας στη δυτική πλευρά που προστέθηκε, το 1868, ενώ το καμπαναριό κατασκευάστηκε το 1911.

Εσωτερικά ο τρούλος του ναού στηρίζεται πάνω σε τέσσερεις ογκώδεις πεσσούς με ακανόνιστο σχήμα. Μεταξύ των πεσσών του τρούλου και των τοίχων του ναού, στα ανατολικά και δυτικά διαμορφώνεται δίλοβα παράθυρα με μαρμάρινους κίονες στο κέντρο. Πρόκειται για άλλη μια μορφολογική ιδιομορφία του αρχιτεκτονικού τύπου. Η τοξοστοιχία που δημιουργείται στο εσωτερικό τονίζει τον κατά μήκος άξονα του ναού και δίνει στο κτίσμα την εντύπωση της βασιλικής. Αυτός, άλλωστε είναι ο λόγος που Δ. Πάλλης το χαρακτήρισε, δρομικό.
Στη αψίδα του ιερού ανοιγόταν τρίλοβο παράθυρο που σήμερα έχει χτιστεί.
Η είσοδος στο ναό γινόταν από τρεις εισόδους στη δυτική πλευρά, από τις οποίες η κεντρική μειώθηκε σε ύψος την περίοδο της τουρκοκρατίας και οι πλαϊνές γίνανε παράθυρα που ανοίγονταν στον μεταγενέστερο νάρθηκα.
Τα ακανόνιστα μορφολογικά στοιχεία του μνημείου οφείλονται σε κατάλοιπα παλαιότερου ναού που βρισκόταν στην ίδια θέση και τα οποία ενσωμάτωσε ο μεσοβυζαντινός ναός.

Τοιχοδομία-εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομία του ναού αποτελείται από ακανόνιστους λίθους ανάμεσα στους οποίους παρεμβάλλονται, διάσπαρτες πλίνθοι. Είναι απλή, χωρίς κεραμοπλαστικό διάκοσμο, εκτός από τις οδοντωτές ταινίες που κοσμούν περιμετρικά τον τρούλο, την κεντρική αψίδα και ανώτερα σημεία των τοίχων, κάτω από τη στέγη.

Εσωτερική διακόσμηση:
Γλυπτός διάκοσμος: Στον γλυπτό διάκοσμο του ναού ανήκουν οι κιονίσκοι των δίλοβων παραθύρων. Είναι αράβδωτοι, εκτός από τον ιωνικό στο βορειοδυτικό παράθυρο και επιστέφονται με ιωνικά κιονόκρανα σε δεύτερη χρήση που χρονολογούνται στη ρωμαϊκή περίοδο. Όλα τα κιονόκρανα φέρουν ακόσμητα επιθήματα. Από την ίδια εποχή προέρχεται και τμήμα μαρμάρινου επιστηλίου που είναι τοποθετημένο στο δυτικό τοίχο, πάνω από το βορειοανατολικό παράθυρο.
Σύγχρονα με το ναό είναι τα επιθήματα των κιονίσκων στο τρίλοβο παράθυρο της αψίδας που κοσμούνται με έναν σταυρό με πεπλατυσμένα άκρα. Ομοίως, σύγχρονο είναι και ένα ιωνικό κιονόκρανο με συμφυές επίθημα που βρίσκεται στο νότιο τοίχο και αποτελεί απλούστευση του τύπου που κυριαρχούσε τον 6ο αιώνα. Ο λιτός διάκοσμος της εποχής της ίδρυσης του ναού δεν μπορεί να μη παραπέμπει στην εικονομαχία που τότε ήταν στη δεύτερη και σκληρότερη φάση της.
Στον γλυπτό εσωτερικό διάκοσμο ανήκουν και δύο μεταγενέστερα, μαρμάρινα θωράκια με πλούσια ανάγλυφη διακόσμηση. Είναι προσαρμοσμένα στη δυτική όψη των ανατολικών πεσσών και πρέπει να σχετίζονται με τις φάσεις του τέμπλου, μετά τον 11ο αιώνα. Το πρώτο (0,94Χ0,63Χ0,18μ,) αριστερά της Ωραίας Πύλης, χρονολογείται τον 11ο αιώνα και αποδίδει αλυσιδωτό σταυρό μέσα σε κύκλο, περιτριγυρισμένο από πυκνή φυτική διακόσμηση. Στο πάνω μέρος του θωρακίου πατά τμήμα λοξότμητου γείσου σε δεύτερη χρήση, προερχόμενο από κάποιο επιστήλιο. Άλλο κομμάτι του ίδιου γείσου υπάρχει πάνω από το υπέρθυρο της δυτικής εισόδου.
Το δεύτερο θωράκιο (1,17Χ0,95Χ0,18μ), στα δεξιά της Ωραίας Πύλης έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Χρονολογείται στις αρχές του 13ου αιώνα, στην πρώτη φάση της εικονογράφησης του ναού και στην ακμή του Δεσποτάτου. Η επιφάνειά του σκαλίζεται σύμφωνα με την γνωστή, για τη βυζαντινή τέχνη, επιπεδόγλυφη τεχνική κατά την οποία οι μορφές διαμορφώνονται με το σκάλισμα του βάθους. Παριστάνει στο κέντρο αετό που κρατά στα πόδια του λαγό. Η σκηνή τοποθετείται μέσα σε ρόμβο και περιβάλλεται από πλούσια διακοσμημένη ταινία. Ανάμεσα στις γλυφές του αναγλύφου εντοπίζονται ίχνη έγχρωμης κηρομαστίχης (μίγμα κεριού, μαρμαροκονίας και κόκκινου χρώματος) που διακοσμούσε την παράσταση. Το θωράκιο έχει δικό του, συμφυές γείσο με ανθεμωτό κυμάτιο και σταυρό, στο κέντρο.
Το τέμπλο του ναού ήταν αρχικά μαρμάρινο, μετά χτιστό και στη συνέχεια ξύλινο. Σήμερα το τέμπλο είναι κτιστό στην πρόθεσης και το διακονικό και ξύλινο στο Ιερό Βήμα,

Ζωγραφικός διάκοσμος: Εξαιρετικό ενδιαφέρον, αν και μαυρισμένες έχουν οι τοιχογραφίες του ναού, όχι μόνο για την καλλιτεχνική τους αρτιότητα, αλλά και για τον τρόπο απόδοσης του εικονογραφικού προγράμματος της πρώτης φάσης του γραπτού διακόσμου.

Α’ φάση: Η πρώτη εικονογράφηση χρονολογείται στις αρχές του 13ου αιώνα, όταν πρέπει να βρισκόταν, ακόμη στη δικαιοδοσία της μητρόπολης της Ναυπάκτου.
Από αυτήν την φάση διασώζεται μέρος του ζωγραφικού διακόσμου του ιερού, οι τέσσερις ευαγγελιστές στα λοφία του τρούλου, οι παραστάσεις της Γέννησης και της Υπαπαντής στα νότια του κυρίως ναού και εξ’ ολοκλήρου οι τοιχογραφίες του τρούλου.
Από το ιερό στην πρώτη φάση ανήκουν οι πέντε άγιοι στον τοίχο της κεντρικής κόγχης (Επιφάνειος, Νικηφόρος, Βλάσιος, Μόδεστος, Πολύκαρπος) και η Κοινωνία των Αποστόλων, που σε μεγάλο μέρος καλύπτεται από την ίδια παράσταση της δεύτερης φάσης. Πιθανότατα σε αυτή την πρώτη φάση ανήκουν και παραστάσεις στο χώρο του Διακονικού, αν και έχει θεωρηθεί ότι πρόκειται, είτε για διαφορετικό ζωγράφο, είτε για κάποια άλλη φάση.. Μερικές από αυτές είναι η θυσία του Αβραάμ, η Παναγία η Βάτος, οι τρεις άγγελοι με την επιγραφή «η Φιλοξενία του Αβραάμ» κά.
Η ιστόρηση του τρούλου παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Στο κέντρο αποδίδεται ο Χριστός Παντοκράτορας, η μορφή του οποίου διατηρείται τμηματικά. Ακολουθούνε περιμετρικές ζώνες που παριστάνουν αγγέλους και ολόσωμους προφήτες με ειλητάρια (περγαμηνές). Μεταξύ των αγγέλων υπάρχει η επιγραφή: «ΚΕ ΠΡΟCΚΥΝΥCΑΤΩΣΑΝ ΑΥΤΟΝ ΠΑΝΤΕC ΑΓΚΕΛΥ Θ(Ε)ΟΥ. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως συνίσταται στις επιγραφές των ειληταρίων που κρατούν οι προφήτες που σε συνδυασμό με την εικονογραφική σύνθεση αποπνέουν ένα συμβολικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη το εικονογραφικό πρόγραμμα του τρούλου εμπεριέχει συμβολισμούς που αποδίδουν εικαστικά το όραμα των δεσποτών της Ηπείρου να ανακαταλάβουν την Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους, εξαιτίας της κατάληψης της οποίας, το 1204, την είχαν εγκαταλείψει. Θεωρείται, μάλιστα ότι πίσω από την έμπνευση για μια τέτοια εικονογραφική απόδοση θα πρέπει να φανταστούμε μια προσωπικότητα μεγάλου πνευματικού διαμετρήματος, ίσως τον Ιωάννη Απόκαυκο, μητροπολίτη Ναυπάκτου που τότε είχε ακόμη το μοναστήρι στη δικαιοδοσία του.

Β’ φάση: Οι τοιχογραφίες της δεύτερης φάσης χρονολογούνται στα τέλη του 13ου αιώνα και είναι έργο σημαντικού καλλιτέχνη, καθώς εισάγει στοιχεία της πρώιμης παλαιολόγειας αναγέννησης, που αποτελεί τομή στην βυζαντινή ζωγραφική τέχνη. Οι μορφές είναι μνημειακές, αποκτούν όγκο, με περισσότερο φυσιοκρατική απόδοση των πτυχώσεων και μεγαλύτερη εκφραστικότητα των προσώπων. Σκηνές από το εικονογραφικό πρόγραμμα της δεύτερης φάσεις είναι, η δεόμενη Παναγία με τον Χριστό στην κόγχη του ιερού και η Κοινωνία των Αποστόλων που τοποθετείται πάνω από την αρχική παράσταση, η Φιλοξενία του Αβραάμ στο διακονικό όπου βρίσκεται και η ίδια παράσταση της προηγούμενης ζωγραφικής φάσης, και άλλα θέματα όπως η Βαϊφόρος, η Εις Άδου Κάθοδος, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο Χριστός εν Ετέρα μορφή, μετά την Ανάσταση, κλπ..

Οι τοιχογραφίες του αγίου Δημητρίου Κατσούρη, έχουν μεγάλη αξία καθώς μαρτυρούν την υψηλή καλλιτεχνική ποιότητα και στις δύο βασικές φάσεις και αποπνέουν την ατμόσφαιρα της ακμής του Δεσποτάτου.

Ναός Αγίας Παρασκευής

Ο ναός της Αγίας Παρασκευής, δεσπόζει σε χαμηλό λόφο στο κέντρο της Ροδαυγής, 24 χιλιόμετρα βόρεια της Άρτας. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, το ναό ανήγειραν οι κάτοικοι στο συγκεκριμένο σημείο καθ’ υπόδειξη της ίδια της Αγίας, όταν μετά από ισχυρή κατολίσθηση, εγκατέλειψαν το αρχικό χωριό τους και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Το παλαιό χωριό αναφέρεται ως, Αγία Παρασκευή, Χάβος και Κακολάγκαδο, ονομασίες που μαρτυρούν, τόσο τη δυσμενή γεωλογική θέση, όσο και την ύπαρξη εκεί εκκλησίας της αγίας Παρασκευής που μετακινήθηκε μαζί με τους κατοίκους στη Ροδαυγή. Λέγεται ότι στη θέση του σημερινού ναού βρέθηκε η εικόνα της αγίας, μοτίβο που συναντάται συχνά στη λαϊκή παράδοση. Η ιστορία γύρω από την ίδρυση της εκκλησίας της Ροδαυγής, τη συνδέει άρρηκτα με το θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων και την καθιστά σημαντικό προσκύνημα της ευρύτερης περιοχής.
Στο σύνολο του ναού ανήκουν το καμπαναριό και το παλιό οστεοφυλάκιο, καθώς στα νότια του ναού λειτουργούσε μέχρι πρόσφατα νεκροταφείο και δύο τάφοι ιερέων στα ανατολικά, εκατέρωθεν της κόχης του ιερού
Αρχιτεκτονική: Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στη Ροδαυγή χτίστηκε το 1804, σύμφωνα με επιγραφή στο υπέρθυρο της βόρειας εισόδου και ακολουθεί τα ηπειρώτικα πρότυπα ναοδομίας. Κατασκευασμένη από γκρίζο ασβεστόλιθο και στεγασμένη με γκρίζες σχιστόπλακες κατατάσσεται στον γνωστό τύπο της τρίκλιτης θολωτής βασιλικής με τρούλο. Ο τύπος αυτός συνηθίζεται, με παραλλαγές, σε όλη την Ήπειρο τον 18ου αιώνα επιφέροντας εμφανείς αλλαγές στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Η απουσία της πολυπλοκότητας στους αρχιτεκτονικούς όγκους, οι μεγάλες διαστάσεις, το αδρό χτίσιμο , ο τύπος της βασιλικής, καθώς και οι βαριές πλακοσκεπείς στέγες, προσδίδουν δωρικότητα και επιβλητικότητα.
Κατά μήκος της δυτικής πλευρά του ναού αναπτύσσεται υπερυψωμένος νάρθηκας. Τη βόρεια και δυτική πλευρά περιβάλλει στοά σε σχήμα Γ με πλακόστρωτο δάπεδο και έδρανα, ενώ από τις ίδιες όψεις γίνεται και η είσοδος στον κυρίως ναό και στο νάρθηκα, αντίστοιχα. Η στέγη της στοάς, καλυμμένη και αυτή με γκρίζες σχιστόπλακες , ακουμπά στους τοίχους του ναού και στηρίζεται σε ορατούς ξυλοδοκούς και σπονδυλωτούς κίονες.
Εντυπωσιακό είναι και το ψηλό κωδωνοστάσιο με διαδοχικά καθ΄ ύψος τοξωτά ανοίγματα. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία το καμπαναριό δεν οικοδομήθηκε κατά την ίδρυση του ναού, αλλά το 1850, ύστερα από συλλογική προσφορά των κατοίκων.
Πλατιά σκάλα στα βόρεια συνδέει την εκκλησιά με την πλατεία του χωριού τοποθετώντας την, έτσι οργανικά τ στη ζωή του οικισμού και στις ποικίλες εκδηλώσεις.

Εξωτερικός διάκοσμος: Πάνω από την επιγραφή του βορείου υπέρθυρου που αναφέρει το έτος ίδρυσης του ναού υπάρχει πλάκα με ανάγλυφο ανθέμιο. Μεταξύ του διακοσμητικού μοτίβου και της επιγραφής ανοίγεται σχισμή, πιθανός για την εναπόθεση του κλειδιού της εισόδου. Άλλη μαρμάρινη πλάκα βρίσκεται πάνω από την είσοδο του νάρθηκα με ανάγλυφη παράσταση λιονταριών, κυπαρισσιού και δύο ήλιων, καθώς και την χρονολογία 1863.
Εσωτερικός διάκοσμος: Ο κυρίως ναός βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με το νάρθηκα. Στην οροφή, εκτός από τον υπερυψωμένο τρούλο, ανοίγονται και μικροί τυφλοί τρουλίσκοι. Δύο κιονοστοιχίες, με έξι πέτρινους, δωρικούς κίονες για την κάθε μια, χωρίζουν τα κλίτη του ναού. Οι τοίχοι είναι ασβεστωμένοι. Μόνο στο Ιερό Βήμα υπάρχουν δύο τοιχογραφίες όπου αποδίδεται η Άκρα Ταπείνωση και μορφές αγίων.
Καλλιτεχνικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το ξυλόγλυπτο μπαρόκ τέμπλο του ναού. Ζώνες με θωράκια και κυμάτια, διακοσμημένες με έξεργα γεωμετριά και άνθινα μοτίβα, κεφαλές λεόντων και μορφές αγγέλων. Οι μεγάλες εικόνες του τέμπλου πατούν πάνω σε ζώνη με θωράκια που χωρίζονται με κιονίσκους. Πάνω από τις εικόνες αναπτύσσονται δύο διακοσμητικές ζώνες και πιο πάνω δημιουργούνται τα πλαίσια για τις μικρές εικόνες επιστηλίου. Πάνω από κάθε εικόνα είναι σκαλισμένοι άγγελοι. Την επίστεψη του τέμπλου διαμορφώνει πλούσιος φυτικός διάκοσμος μέσα στον οποίο κυριαρχούν οι δύο φολιδωτοί δράκοντες, σύμβολα της νίκης της ζωής κατά του θανάτου και του καλού κατά του κακού. Στην κορυφή του τέμπλου αποδίδεται η Σταύρωση με τα λυπηρά (εικόνες Παναγίας και Ιωάννη), δεξιά και αριστερά.
Ιδιαίτερο ύφος προσθέτει στο τέμπλο η μετωπική μορφή του Χριστού, Μεγάλου Αρχιερέα με τα διακριτικά του επισκόπου , στη συρόμενη θύρα της ωραία πύλης. Η τεχνοτροπία και τα χρώματα δένουν αρμονικά με το υπόλοιπο σύνολο. Προς το τέλος του 20ου αιώνα η εικόνα αφαιρέθηκε για άγνωστη αιτία και αντικαταστάθηκε από άλλη ξυλόγλυπτη, κατασκευασμένη σε κάποιο σύγχρονο εργαστήριο. Επανατοποθετήθηκε με εμφανείς φθορές, λόγω της εγκατάλειψή της σε αποθήκη, τον Μάρτιο 2014, μετά από ενέργειες ανθρώπων που αγωνιούσαν για την τύχη της, αλλά και την μέριμνα του ιερέως της ενορίας Αθανασίου Αθανάσιου. Στα τέλη του προηγούμενου αιώνα ανήκουν και οι μικρότερες ξύλινες θύρες του τέμπλου, οι οποίες εικονίζουν τις μορφές των αρχαγγέλων, Μιχαήλ και Γαβριήλ και αντικατέστησαν τις λιτές υφασμάτινες κουρτίνες σκούρου ερυθρού χρώματος, οι οποίες έφεραν σταυρό και χρυσαφί κρόσσια.

Ο ναός της Αγίας Παρασκευής στην Ροδαυγή, ορίστηκε ως ενοριακός ναός με τον Ν. 3615/16-7-1928, Φ.Ε.Κ. 120/11-7-1928, τ. Α’5 και ως τέτοιος λειτουργεί μέχρι σήμερα.

Ναός Αγίας Θεοδώρας

Ο ναός της αγίας Θεοδώρας βρίσκεται στο κέντρο της Άρτας. Η περιοχή ταυτίζεται με το πολύβουο κέντρο της βυζαντινής πρωτεύουσας, στη συνοικία της κάτω πόλης.
Πρόκειται για ένα από τα πλέον σημαντικά μνημεία της Άρτας, όχι μόνο για τη μορφολογία του, αλλά, κυρίως γιατί αυτός ο ναός είναι σαν ζωντανή σύνδεση της σημερινής πόλης με το βυζαντινό παρελθόν της, αφού είναι αφιερωμένος στην βασίλισσά της, την δική της Αγία Θεοδώρα. Η εκκλησία έχει ξεχωριστή, συναισθηματική διάσταση για τον Αρτινό, καθώς τον δένει με τον παρελθόν του σαν ένα είδους μυστικής σχέσης, μια εσωτερική επικοινωνία με τους δημιουργούς, τους ανθρώπους του Δεσποτάτου και τα σύμβολά του. Για τον επισκέπτη αυτή η σχέση γίνεται εμφανής καθώς παρασύρεται από τον κόσμο του μνημείου που του ανοίγει ένα παράθυρο στους χρόνους της ακμής του Δεσποτάτου.

Γραπτές αναφορές-μελέτες: Οι γραπτές μαρτυρίες για το ναό, κατά την βυζαντινή περίοδο, προέρχονται από τον μοναχό Ιώβ Μελία (13ος αιώνα), σύγχρονο του ηγεμόνα Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού Δούκα και βιογράφο της Αγίας Θεοδώρας, συζύγου του δεσπότη. Το μνημείο αναφέρεται πάλι σε κειμενικές μαρτυρίες τον 17ο αιώνα από τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή που πληροφορεί ότι η εκκλησία είχε μεγάλο πλούτο αφιερωμάτων που προερχόταν από όλη την Φραγκιά, τόσο που οι τουρκικές αρχές εισέπρατταν δικαιώματα φύλαξης. 200 ιερείς υπηρετούσαν στην εκκλησία και προσέφεραν τροφή και στέγη στους περαστικούς.
Το ναό μελέτησε συστηματικά και δημοσίευσε ο Αναστάσιος Ορλάνδος το 1936, ενώ είχε προηγηθεί εκτενής μελέτη του G Millet. Παλιότερα είχαν ασχοληθεί με το μνημείο ο Γ. Λαμπάκης και ο αρχιμανδρίτης Αντώνιος που στα τέλη του 19ου έκανε τα πρώτα σκαριφήματα.

Ιστορία και χρονολόγηση: Η ανέγερση του ναού ανάγεται στα μεσοβυζαντινά χρόνια πριν την ίδρυση του Δεσποτάτου. Ήταν το καθολικό μοναστηριού αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο. Χρονολογείται στα μέσα περίπου του 12ου αιώνα, κατά άλλους στο τέλος του 11ου, και είναι χτισμένη πάνω στο πρυτανείο της αρχαίας Αμβρακίας όπως απέδειξε πρόσφατη (2019) ανασκαφική έρευνα της Εφορείας Αρχαιοτήτων. Η μοναστική κοινότητα ήταν γυναικεία. Στο μοναστήρι έζησε η βασίλισσα Θεοδώρα τα τελευταία χρόνια της ζωής της, αφού πρώτα εκάρη μοναχή και ανακαίνισε το καθολικό που μετά την αγιοκατάταξή της αφιερώθηκε στη μνήμη της. Σήμερα είναι ο ναός της Αγίας Θεοδώρας, πολιούχου της Άρτας και γιορτάζει στις 11 Μαρτίου.
Λίγα λόγια για τον βίο Αγίας Θεοδώρας: Η Θεοδώρα ήταν σύζυγος του Δεσπότη Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού Δούκα, νόθου γιου του ιδρυτή του Δεσποτάτου της Ηπείρου Μιχαήλ Α΄ Κομνηνού, από τον οίκο των Αγγέλων. Κόρη του σεβαστοκράτορα Ιωάννη Πετραλείφα είχε νορμανδοϊταλική καταγωγή. Η οικογένειά της ήταν ένας από τους εξελληνισμένους κλάδους των απογόνων του Πέτρου, γιού ή αδερφού του άρχοντα Αλείφα, στην Καζέρτα της Ιταλίας που εγκαταστάθηκε στην βυζαντινή επικράτεια πολεμώντας στο πλευρό του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού. Ο Μιχαήλ Β’ τη γνώρισε στην Σερβία όπου ζούσε με την οικογένειά της. Όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος της, η Θεοδώρα εξορίστηκε λίγα χρόνια μετά τον γάμο της, επειδή ο ηγεμόνας άρχισε να ενδιαφέρεται για άλλη γυναίκα, μια αρτινή αρχόντισσα και γενικότερα διήγε έκλυτο βίο . Μη μπορώντας ν΄ ανεχθεί τη συμπεριφορά του συζύγου της περιπλανήθηκε στην ύπαιθρο όπου ζούσε σε απόλυτη φτώχεια. Σύμφωνα με το βιογράφο της, την βρήκε ένας ιερέας σε κατάσταση απόλυτης ένδειας, να μαζεύει χόρτα, όπως γράφει χαρακτηριστικά. Σ’ αυτόν αποκάλυψε την ταυτότητά της και την πήρε υπό την προστασία του στο χωριό που ήταν εφημέριος, στην Πρένιστα, σήμερα Κορφοβούνι Άρτας. Μετά από 5 χρόνια εξορίας και υπό την πίεση που άσκησαν οι Αρτινοί στον ηγεμόνα, η Θεοδώρα αποκαταστάθηκε στη θέση της. Οι κάτοικοι της Άρτας με την υποστήριξη των αρχόντων εξεγέρθηκαν κατά του Μιχαήλ Β΄ εξοργισμένοι με τη άστατη ζωή που έκανε και τη συμπεριφορά του απέναντι στη σύζυγο του. Ο δεσπότης έφερε πίσω τη Θεοδώρα στη βασιλική της θέση και σε ένδειξη ειλικρινούς μετάνοιας ίδρυσε το μοναστήρι της Κάτω ΠανΑγίας και της ΠανΑγίας Παντάνασσας, κοντά στην Φιλιππιάδα.
Η Θεοδώρα Πετραλείφα ήταν σημαντική προσωπικότητα και έπαιξε βασικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα του Δεσποτάτου. Μεγάλη ήταν η συμβολή της στην υπογραφή της συνθήκης ειρήνης του Δεσποτάτου της Ηπείρου με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας . Με πρόσχημα τον γάμο του γιου της, Νικηφόρου με την κόρη του Αυτοκράτορα της Νίκαιας, Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρη, επισκέφτηκε την πόλη δύο φορές και πρωτοστάτησε στις διαπραγματεύσεις, πετυχαίνοντας για ένα διάστημα την ειρηνική συνύπαρξη των δύο παραδοσιακών εχθρών.
Φύση πνευματώδης η Θεοδώρα έμεινε στην ιστορία για το φιλανθρωπικό της έργο. Μετά το θάνατο του συζύγου της έγινε μοναχή και αποσύρθηκε στο μοναστήρι του αγίου Γεωργίου ως το τέλος της ζωής της. Πεθαίνοντας ενταφιάστηκε στο καθολικό της μονής που αργότερα αφιερώθηκε στο όνομά της. Οι κάτοικοι δεν έπαψαν ποτέ να σχετίζονται με την Αγία που την ανέδειξαν σε πολιούχο τους.

Αρχιτεκτονική:
Α΄φάση: Το καθολικό ανήκει στην πρώτη οικοδομική φάση του μνημείου και ακολουθεί τον τύπο της ξυλόστεγης βασιλικής. Ο ανατολικός τοίχος του απολήγει σε τρεις φαρδιές, τρίπλευρες αψίδες. Το ιερό είναι τριμερές, φέρει δηλαδή δύο εγκάρσιους τοίχους με θυραία ανοίγματα που χωρίζουν το Ιερό Βήμα από την πρόθεση και το διακονικό. Ο κυρίως ναός χωρίζεται, εσωτερικά σε τρία κλίτη που ορίζονται με κιονοστοιχίες. Το κεντρικό κλίτος εξέχει πολύ πιο πάνω από τα πλαϊνά και στεγάζεται με δίριχτη στέγη. Τα χαμηλά πλαϊνά κλίτη καλύπτονται από μονόριχτες σκεπές και φέρουν από οχτώ δίλοβα παράθυρα.
Ακολουθούν άλλες δύο οικοδομικές φάσεις.
Β’ φάση: Η μία και βασικότερη, χρονολογείται στην περίοδο της ακμής του Δεσποτάτου, γύρω στο 1270 όταν η βασίλισσα Θεοδώρα ανακαίνισε το ναό. Τότε προστέθηκε, καθώς φαίνεται ο τριμερής, καμαροσκέπαστος νάρθηκας, στα δυτικά. Στο κέντρο της οροφής του φέρει χαμηλό τρούλο. Έχε τρεις εισόδους, δυτικά βόρεια και νότια και τρία θυραία ανοίγματα, εσωτερικά για την επικοινωνία του με τον κυρίως ναό. Το νότιο άνοιγμα είναι, σήμερα φραγμένο από τον τάφο της Αγίας Θεοδώρας. Εξωτερικά στην δυτική του πλευρά διαμορφώνονται τρία αετώματα. Το κεντρικό φέρει δίλοβο παράθυρο και υψώνεται μπροστά από τον χαμηλό τρούλο, μια ιδιορρυθμία που παρατηρείται και στο καθολικό της μονής Βλαχέρνας που χρονολογείται την ίδια εποχή.
Στις οικοδομικές επεμβάσεις της Αγίας Θεοδώρας οφείλεται πιθανότατα η προσθήκη των δύο μεγάλων, οξυκόρυφων αετωμάτων στον ανατολικό και στα δυτικό τοίχο του κεντρικού κλίτους. Τα αετώματα προβάλλουν πάνω από το επίπεδο της στέγης και φέρουν από ένα δίλοβο παράθυρο.
Έργο του 13ου αιώνα είναι και ο οξυκόρυφος πυλώνας που βρίσκεται σε μικρή απόσταση, νότια του ναού με τον χαρακτηριστικό, πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο της εποχής.
Γ΄φάση: Η επόμενη και τελευταία φάση ανάγεται στο τέλος του 13ου αρχές του 14ου αιώνα και περιλαμβάνει την πρόσθεση ανοιχτής στοάς, σε σχήμα Π που περιέτρεχε την δυτική πλευρά του νάρθηκα και μέρος της βόρειας και νότιας πλευράς του καθολικού. Σήμερα σώζεται μόνο η νοτιοδυτική γωνία και η νότια πεσσοστήρικτη πλευρά της.
Στην ανασκαφική έρευνα του 2019 αποκαλύφθηκαν αρκετά στοιχεία της στοάς , και του περιβάλλοντα χώρου του ναού.
Τοιχοδομία-εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομία του ναού αποτελείται από ακανόνιστους λίθους ανάμεσα στους οποίους τοποθετούνται πλίνοι σε οριζόντια, ακανόνιστη διάταξη. Σε αντίθεση με τους λιτούς τοίχους του καθολικού, ενδεικτικό της πρώιμης χρονολόγησής του, τα ψηλά αετώματα του κεντρικού κλίτους παρουσιάζουν έντονο κεραμοπλαστικό διάκοσμο που γεμίζει την τοιχοποιία και περιβάλλει τα δίλοβα παράθυρα. Οδοντωτές ταινίες, διαδοχικές πλίνθοι και κοσμήματα από σπασμένα αγγεία είναι μερικά δείγματα του πυκνού στολισμού. Πολλές ζώνες κεραμοπλαστικού διακόσμου περιτρέχουν και την τοιχοποιία του νάρθηκα που τοποθετείται στην ίδια εποχή (13ος ). Ταινίες με σταυρούς, ήλιους και μαιάνδρους, τεθλασμένες γραμμές και δικτυωτό πλέγμα είναι κάποιες από αυτές.

Εσωτερικός διάκοσμος:

Γλυπτά: Ο πλαστικός διάκοσμος εσωτερικά αφορά, κυρίως τις κιονοστοιχίες, τον κιονίσκο του δίλοβου παραθύρου της κόγχης και τα θραύσματα από τα θωράκια του παλαιού μαρμάρινου τέμπλου, όλα από μάρμαρο.

Κίονες και κιονόκρανα των κιονοστοιχιών βρίσκονται σε δεύτερη χρήση, αφού χρονολογούνται στα πρωτοχριστιανικά χρόνια (5ος -6ος αιώνας) και προέρχονται πιθανότατα από κτίσματα της βυζαντινής Νικόπολής. Οι κίονες είναι αράβδωτοι και τα κιονόκρανά τους δυσανάλογα μεγάλα. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν αυτά της βόρειας κιονοστοιχίας που εκτός από τον φυτικό διάκοσμο προβάλλουν και ανδρικές ιματιοφόρες μορφές σε στάση ρήτορα, εικονογραφία που ανάγεται σε αρχαία πρότυπα.

Το κιονόκρανο στον κιονίσκο του παραθύρου της κόγχης φέρει ανάγλυφο σταυρό με την συντετμημένη επιγραφή IC-XC.

Εξαιρετικής τέχνης ήταν το παλαιό μαρμάρινο τέμπλο που από την τεχνική και την θεματολογία του χρονολογείται στην ίδρυση του καθολικού (11ος-12ος αι.). Σήμερα μπορούμε να το αναπαραστήσουμε με σχετική ακρίβεια από τα τμήματα που έχουν διασωθεί. Κάποια κομμάτια, κυρίως από τα θωράκια βρίσκονται στην Αρχαιολογική Συλλογή της Παρηγορήτισσας , ενώ τμήματα του επιστηλίου του είναι εντοιχισμένα στις παραστάδες της πρόθεσης και του διακονικού. Το επιστήλιο διακοσμείται με φυτικά θέματα μέσα σε εναλλασσόμενα κυκλικά και τετράγωνα πλαίσια. Το τέμπλο είχε δύο μεγάλα θωράκια που πλαισίωναν την Ωραίας Πύλη. Σ’ αυτά αποδίδονταν ανάγλυφα συμβολικά θέματα. Στα δεξιά εικονιζόταν μετωπικός αετός με ανοιγμένα φτερά (σώζεται σχεδόν ολόκληρος) και στα αριστερά μοσχάρι που κατασπαράσσεται από άγριο ζώο, εικονογραφικό θέμα γνωστό από τα προκλασικά, αρχαία χρόνια ως πάλη των ζώων. Οι παραστάσεις των θωρακίων (το δεύτερο σώζεται κατά το ήμισυ) αποδίδονται με την επιπεδόγλυφη τεχνική, όπου ο διάκοσμος διαμορφώνεται με το σκάλισμα του βάθους και ήταν διακοσμημένες με κηρομαστίχη (μίγμα κεριού, μαρμαροκονίας και κόκκινου χρώματος), όπως μαρτυρούν ελάχιστα σωζόμενα ίχνη.

Τοιχογραφίες: Οι τοίχοι του ναού καλύπτονται από τοιχογραφίες. Ωστόσο οι φθορές που έχουν, κυρίως λόγω της αιθάλης των κεριών κάνουν δύσκολη τη χρονολογική τους τοποθέτηση. Πιθανότατα το μεγαλύτερο μέρος τους ανάγεται στον 18ο αιώνα. Είναι, όμως σαφές ότι καλύπτουν παλαιότερο εικονογραφικό πρόγραμμα του 13ου αιώνα στο οποίο πρέπει να ανήκουν οι προφήτες που εικονίζονται δεξιά και αριστερά των παραθύρων των αετωμάτων.

Ο τάφος της Αγίας Θεοδώρας: Ο τάφος της Αγίας Θεοδώρας, σήμερα κενοτάφιο, βρίσκεται στα αριστερά της κυρίας εισόδου και ανασυγκροτήθηκε το 1873, μετά την ανακομιδή των λειψάνων της που έγινε κατ’ εντολή του Μητροπολίτη Άρτας Σεραφείμ του Βυζάντιου. Λέγεται ότι ο μητροπολίτης προέβη στο εγχείρημα επειδή διαδίδονταν ότι τα οστά της Αγίας είχαν κλαπεί από του Φράγκους.
Ο τάφος αποτελείται από μαρμάρινη, ψηλή βάση πάνω στην οποίοι πατούν περιμετρικά, έξι κίονες που στέφονται στην κορυφή με επιστήλιο. Στη δυτική πλευρά της βάσης υπάρχει η γνωστή ανάγλυφη, παράσταση με την Θεοδώρα και μια μικρότερη σε κλίμακα ανδρική μορφή, κάτω από τόξο και πλαισιωμένες με δύο μορφές αγγέλων σε προτομή. Έχει θεωρηθεί ότι η Αγία συνοδεύεται εδώ από τον γιο της, Νικηφόρο. Κατά άλλους, όμως πρόκειται για τον ίδιο τον δεσπότη Μιχαήλ Β’ που εικονίζεται σε μικρότερη κλίμακα για να εξαρθεί το ήθος και το ανάστημα της Θεοδώρας.

Σήμερα, τα οστά της Αγίας φυλάσσονται σε αργυρή λάρνακα στο διακονικό του ιερού που έχει μετατραπεί σε προσκύνημα, ιδιαίτερα δημοφιλές στην ευρύτερη περιοχή της Άρτας. Η λάρνακα κατασκευάστηκε το 1962 σε γιαννιώτικο εργαστήριο αργυροχοΐας.

Click to listen highlighted text!