Ναός Αγίου Δημητρίου Κατσουρή

Ναός Αγίου Δημητρίου Κατσουρή

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου Κατσούρη βρίσκεται στον κάμπο της Άρτας, στο χωριό Πλησιοί, 5 χιλιόμετρα ΝΔ της πόλης και δίπλα στον οικισμό Κωστακιοί.
Χρονολογείται στο α’ μισό του 9ου και αποτελεί το αρχαιότερο μεσοβυζαντινό μνημείο της Άρτας.

Γραπτές αναφορές-χρονολόγηση: Σημαντική γραπτή αναφορά στο μνημείο προέρχεται από το 1229, σε συνοδική επιστολή του Ιωάννη Αποκαύκου, μητροπολίτη Ναυπάκτου. Ο ιεράρχης μας πληροφορεί ότι ο ναός υπήρξε καθολικό ονομαστού μοναστηρίου που βρισκόταν στη δικαιοδοσία του, μαζί με κάποιες άλλες μονές της περιοχής. Με τον συνοδικό ορισμό τις παραχωρούσε όλες στην κυριότητα του επισκόπου Άρτας. Η παραχώρηση, μάλιστα του Αγίου Δημητρίου πραγματοποιήθηκε από τον πατριάρχη Γερμανό Β’, καθώς η μονή ήταν σταυροπηγιακή, υπαγόταν, δηλαδή στην δικαιοδοσία του Πατριαρχείου.
Η προσωνυμία «Κατσούρη» δεν είναι γνωστό από πού προέρχεται. Χαρακτήριζε, πάντως το μοναστήρι, τουλάχιστον από τις αρχές του 13ου αιώνα, εφόσον αναφέρεται στη συνοδική επιστολή του Αποκαύκου. Φαίνεται ότι τον 13ο αιώνα, η μοναστική κοινότητα του Αγίου Δημητρίου απολάμβανε οικονομική ευρωστία, κάτι που συμφωνεί και με την ακμή του Δεσποτάτου, την ίδια εποχή. Στις αρχές του 13ου αιώνα, εξάλλου τοιχογραφήθηκε για πρώτη φορά ο ναός.
Για τα μετέπειτα χρόνια δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Το μοναστήρι επιβίωσε, πιθανώς ως τον 18ο αιώνα οπότε και διαλύθηκε. Ο ναός δέχτηκε οικοδομικές επεμβάσεις , στον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα και σήμερα είναι κοιμητηριακός.

Αρχιτεκτονική: Ο ναός του Αγίου Δημητρίου Κατσούρη είναι κτισμένος σε μια σπάνια, παραλλαγή του σταυροειδούς εγγεγραμμένου τύπου. Στην διασταύρωση των κεραιών του σταυρού υψώνεται φαρδύς, κυλινδρικός τρούλος με κωνική στέγη. Ο ανατολικός τοίχος του ιερού καλύπτεται από τρεις ημικυλινδρικές κόγχες, με την κεντρική να ανοίγεται σε όλο το πλάτος του ιερού βήματος και να καταλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα του ύψους του. Ομοίως και οι πλαϊνές ανοίγονται στο μεγαλύτερο μέρος του τοίχου, ακλουθώντας τις μικρότερες διαστάσεις της πρόθεσης και του διακονικού. Δικλινείς και μονόριχτες στέγες καλύπτουν εξωτερικά τις καμάρες που αποτελούν τις οροφές των χώρων του ναού.
Ο Δ. Πάλλας χαρακτήρισε τον τύπο του ναού ως δρομικό σταυροειδή εγγεργραμμένο, ενώ ο Π. Βοκοτόπουλος τον ονόμασε οκτάστυλο σταυροειδή.
Πολύ μεταγενέστερος είναι ο νάρθηκας στη δυτική πλευρά που προστέθηκε, το 1868, ενώ το καμπαναριό κατασκευάστηκε το 1911.

Εσωτερικά ο τρούλος του ναού στηρίζεται πάνω σε τέσσερεις ογκώδεις πεσσούς με ακανόνιστο σχήμα. Μεταξύ των πεσσών του τρούλου και των τοίχων του ναού, στα ανατολικά και δυτικά διαμορφώνεται δίλοβα παράθυρα με μαρμάρινους κίονες στο κέντρο. Πρόκειται για άλλη μια μορφολογική ιδιομορφία του αρχιτεκτονικού τύπου. Η τοξοστοιχία που δημιουργείται στο εσωτερικό τονίζει τον κατά μήκος άξονα του ναού και δίνει στο κτίσμα την εντύπωση της βασιλικής. Αυτός, άλλωστε είναι ο λόγος που Δ. Πάλλης το χαρακτήρισε, δρομικό.
Στη αψίδα του ιερού ανοιγόταν τρίλοβο παράθυρο που σήμερα έχει χτιστεί.
Η είσοδος στο ναό γινόταν από τρεις εισόδους στη δυτική πλευρά, από τις οποίες η κεντρική μειώθηκε σε ύψος την περίοδο της τουρκοκρατίας και οι πλαϊνές γίνανε παράθυρα που ανοίγονταν στον μεταγενέστερο νάρθηκα.
Τα ακανόνιστα μορφολογικά στοιχεία του μνημείου οφείλονται σε κατάλοιπα παλαιότερου ναού που βρισκόταν στην ίδια θέση και τα οποία ενσωμάτωσε ο μεσοβυζαντινός ναός.

Τοιχοδομία-εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομία του ναού αποτελείται από ακανόνιστους λίθους ανάμεσα στους οποίους παρεμβάλλονται, διάσπαρτες πλίνθοι. Είναι απλή, χωρίς κεραμοπλαστικό διάκοσμο, εκτός από τις οδοντωτές ταινίες που κοσμούν περιμετρικά τον τρούλο, την κεντρική αψίδα και ανώτερα σημεία των τοίχων, κάτω από τη στέγη.

Εσωτερική διακόσμηση:
Γλυπτός διάκοσμος: Στον γλυπτό διάκοσμο του ναού ανήκουν οι κιονίσκοι των δίλοβων παραθύρων. Είναι αράβδωτοι, εκτός από τον ιωνικό στο βορειοδυτικό παράθυρο και επιστέφονται με ιωνικά κιονόκρανα σε δεύτερη χρήση που χρονολογούνται στη ρωμαϊκή περίοδο. Όλα τα κιονόκρανα φέρουν ακόσμητα επιθήματα. Από την ίδια εποχή προέρχεται και τμήμα μαρμάρινου επιστηλίου που είναι τοποθετημένο στο δυτικό τοίχο, πάνω από το βορειοανατολικό παράθυρο.
Σύγχρονα με το ναό είναι τα επιθήματα των κιονίσκων στο τρίλοβο παράθυρο της αψίδας που κοσμούνται με έναν σταυρό με πεπλατυσμένα άκρα. Ομοίως, σύγχρονο είναι και ένα ιωνικό κιονόκρανο με συμφυές επίθημα που βρίσκεται στο νότιο τοίχο και αποτελεί απλούστευση του τύπου που κυριαρχούσε τον 6ο αιώνα. Ο λιτός διάκοσμος της εποχής της ίδρυσης του ναού δεν μπορεί να μη παραπέμπει στην εικονομαχία που τότε ήταν στη δεύτερη και σκληρότερη φάση της.
Στον γλυπτό εσωτερικό διάκοσμο ανήκουν και δύο μεταγενέστερα, μαρμάρινα θωράκια με πλούσια ανάγλυφη διακόσμηση. Είναι προσαρμοσμένα στη δυτική όψη των ανατολικών πεσσών και πρέπει να σχετίζονται με τις φάσεις του τέμπλου, μετά τον 11ο αιώνα. Το πρώτο (0,94Χ0,63Χ0,18μ,) αριστερά της Ωραίας Πύλης, χρονολογείται τον 11ο αιώνα και αποδίδει αλυσιδωτό σταυρό μέσα σε κύκλο, περιτριγυρισμένο από πυκνή φυτική διακόσμηση. Στο πάνω μέρος του θωρακίου πατά τμήμα λοξότμητου γείσου σε δεύτερη χρήση, προερχόμενο από κάποιο επιστήλιο. Άλλο κομμάτι του ίδιου γείσου υπάρχει πάνω από το υπέρθυρο της δυτικής εισόδου.
Το δεύτερο θωράκιο (1,17Χ0,95Χ0,18μ), στα δεξιά της Ωραίας Πύλης έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Χρονολογείται στις αρχές του 13ου αιώνα, στην πρώτη φάση της εικονογράφησης του ναού και στην ακμή του Δεσποτάτου. Η επιφάνειά του σκαλίζεται σύμφωνα με την γνωστή, για τη βυζαντινή τέχνη, επιπεδόγλυφη τεχνική κατά την οποία οι μορφές διαμορφώνονται με το σκάλισμα του βάθους. Παριστάνει στο κέντρο αετό που κρατά στα πόδια του λαγό. Η σκηνή τοποθετείται μέσα σε ρόμβο και περιβάλλεται από πλούσια διακοσμημένη ταινία. Ανάμεσα στις γλυφές του αναγλύφου εντοπίζονται ίχνη έγχρωμης κηρομαστίχης (μίγμα κεριού, μαρμαροκονίας και κόκκινου χρώματος) που διακοσμούσε την παράσταση. Το θωράκιο έχει δικό του, συμφυές γείσο με ανθεμωτό κυμάτιο και σταυρό, στο κέντρο.
Το τέμπλο του ναού ήταν αρχικά μαρμάρινο, μετά χτιστό και στη συνέχεια ξύλινο. Σήμερα το τέμπλο είναι κτιστό στην πρόθεσης και το διακονικό και ξύλινο στο Ιερό Βήμα,

Ζωγραφικός διάκοσμος: Εξαιρετικό ενδιαφέρον, αν και μαυρισμένες έχουν οι τοιχογραφίες του ναού, όχι μόνο για την καλλιτεχνική τους αρτιότητα, αλλά και για τον τρόπο απόδοσης του εικονογραφικού προγράμματος της πρώτης φάσης του γραπτού διακόσμου.

Α’ φάση: Η πρώτη εικονογράφηση χρονολογείται στις αρχές του 13ου αιώνα, όταν πρέπει να βρισκόταν, ακόμη στη δικαιοδοσία της μητρόπολης της Ναυπάκτου.
Από αυτήν την φάση διασώζεται μέρος του ζωγραφικού διακόσμου του ιερού, οι τέσσερις ευαγγελιστές στα λοφία του τρούλου, οι παραστάσεις της Γέννησης και της Υπαπαντής στα νότια του κυρίως ναού και εξ’ ολοκλήρου οι τοιχογραφίες του τρούλου.
Από το ιερό στην πρώτη φάση ανήκουν οι πέντε άγιοι στον τοίχο της κεντρικής κόγχης (Επιφάνειος, Νικηφόρος, Βλάσιος, Μόδεστος, Πολύκαρπος) και η Κοινωνία των Αποστόλων, που σε μεγάλο μέρος καλύπτεται από την ίδια παράσταση της δεύτερης φάσης. Πιθανότατα σε αυτή την πρώτη φάση ανήκουν και παραστάσεις στο χώρο του Διακονικού, αν και έχει θεωρηθεί ότι πρόκειται, είτε για διαφορετικό ζωγράφο, είτε για κάποια άλλη φάση.. Μερικές από αυτές είναι η θυσία του Αβραάμ, η Παναγία η Βάτος, οι τρεις άγγελοι με την επιγραφή «η Φιλοξενία του Αβραάμ» κά.
Η ιστόρηση του τρούλου παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Στο κέντρο αποδίδεται ο Χριστός Παντοκράτορας, η μορφή του οποίου διατηρείται τμηματικά. Ακολουθούνε περιμετρικές ζώνες που παριστάνουν αγγέλους και ολόσωμους προφήτες με ειλητάρια (περγαμηνές). Μεταξύ των αγγέλων υπάρχει η επιγραφή: «ΚΕ ΠΡΟCΚΥΝΥCΑΤΩΣΑΝ ΑΥΤΟΝ ΠΑΝΤΕC ΑΓΚΕΛΥ Θ(Ε)ΟΥ. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως συνίσταται στις επιγραφές των ειληταρίων που κρατούν οι προφήτες που σε συνδυασμό με την εικονογραφική σύνθεση αποπνέουν ένα συμβολικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη το εικονογραφικό πρόγραμμα του τρούλου εμπεριέχει συμβολισμούς που αποδίδουν εικαστικά το όραμα των δεσποτών της Ηπείρου να ανακαταλάβουν την Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους, εξαιτίας της κατάληψης της οποίας, το 1204, την είχαν εγκαταλείψει. Θεωρείται, μάλιστα ότι πίσω από την έμπνευση για μια τέτοια εικονογραφική απόδοση θα πρέπει να φανταστούμε μια προσωπικότητα μεγάλου πνευματικού διαμετρήματος, ίσως τον Ιωάννη Απόκαυκο, μητροπολίτη Ναυπάκτου που τότε είχε ακόμη το μοναστήρι στη δικαιοδοσία του.

Β’ φάση: Οι τοιχογραφίες της δεύτερης φάσης χρονολογούνται στα τέλη του 13ου αιώνα και είναι έργο σημαντικού καλλιτέχνη, καθώς εισάγει στοιχεία της πρώιμης παλαιολόγειας αναγέννησης, που αποτελεί τομή στην βυζαντινή ζωγραφική τέχνη. Οι μορφές είναι μνημειακές, αποκτούν όγκο, με περισσότερο φυσιοκρατική απόδοση των πτυχώσεων και μεγαλύτερη εκφραστικότητα των προσώπων. Σκηνές από το εικονογραφικό πρόγραμμα της δεύτερης φάσεις είναι, η δεόμενη Παναγία με τον Χριστό στην κόγχη του ιερού και η Κοινωνία των Αποστόλων που τοποθετείται πάνω από την αρχική παράσταση, η Φιλοξενία του Αβραάμ στο διακονικό όπου βρίσκεται και η ίδια παράσταση της προηγούμενης ζωγραφικής φάσης, και άλλα θέματα όπως η Βαϊφόρος, η Εις Άδου Κάθοδος, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο Χριστός εν Ετέρα μορφή, μετά την Ανάσταση, κλπ..

Οι τοιχογραφίες του αγίου Δημητρίου Κατσούρη, έχουν μεγάλη αξία καθώς μαρτυρούν την υψηλή καλλιτεχνική ποιότητα και στις δύο βασικές φάσεις και αποπνέουν την ατμόσφαιρα της ακμής του Δεσποτάτου.

Πολυμέσα

Χάρτης

Περιήγηση στον Χάρτη