Πλατεία 24ης Ιουνίου (Μονοπωλείου)

Πλατεία 24ης Ιουνίου (Μονοπωλείου)

Στο κέντρο της πόλης της Άρτας βρίσκεται η πλατεία Μονοπωλίου και όπως υποδηλώνει το όνομά της υπήρξε χώρος εμπορικής αγοράς. Μαζί με την πλατεία του Ρολογιού ή της Ώρας αποτελούσε μια από τις δύο πλατείες της πόλης, κατά την οθωμανική περίοδο και από τον 17ουαιώνα και εξής, διεξαγόταν εκεί η εβδομαδιαία αγορά (λαϊκή). Το όνομά της διατηρείται ως σήμερα, αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορίας της. Από την πλατεία ονομαζόταν «Μονοπώλιο» (ή Μονοπλιό) ολόκληρη η συνοικία που εκτείνονταν από την πλατεία ως το ναό του Αγίου Γεωργίου και γειτνίαζε με την συνοικία των Εβραίων.

Η εμπορικές συναλλαγές:
Οι βασικές εμπορικές αγορές της Άρτας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν τρεις και ονομαζόταν σύμφωνα με τις τρεις βασικές κοινότητες της πόλης. Το Ρωμιοπάζαρο που καταλάμβανε την σημερινή οδό σκουφά ως την πλατεία Μονοπωλίου και ήταν η κύρια καθημερινή αγορά με 400, περίπου καταστήματα, το Τουρκοπάζαρο που απλωνόταν από την πλατεία Ρολογιού ως τη σημερινή λαϊκή αγορά και τα Εβραϊκά που αναπτύσσονταν από την πλατεία Μονοπωλίου ως το κάστρο. Την εμπορική κίνηση συμπλήρωνε η ετήσια αγορά (εμποροπανήγυρη) που διεξάγονταν, για 8 με 10 μέρες, μέσα στον Σεπτέμβριο, στη συνοικία Μουχούστι και η εβδομαδιαία αγορά στην πλατεία Μονοπωλίου.
Αρχικά η εβδομαδιαία αγορά πραγματοποιούταν κάθε Κυριακή. Το γεγονός προκαλούσε αντιδράσεις στο Χριστιανικό πληθυσμό της πόλης και το 1777 ξέσπασαν ταραχές μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων. Οι πρώτοι υποστήριζαν ότι μόνο οι Εβραίοι της πόλης είχαν συμφέρον από την διεξαγωγή της αγοράς την Κυριακή, εφόσον έτσι εξασφάλιζαν την αδιάκοπη εμπορική κίνηση όλες τις μέρες της εβδομάδας. Κατά συνέπεια απαίτησαν από τις οθωμανικές αρχές, με την παρότρυνση του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, να γίνει αλλαγή της ημέρας. Το αίτημά τους είχε επιτυχή έκβαση και η διεξαγωγή της αγορά μεταφέρθηκε την Πέμπτη.
Έχοντας χαρακτήρα σημερινής λαϊκής, η αγορά στην πλατεία Μονοπωλίου διακινούσε, κυρίως διατροφικά είδη. Οι παραγωγοί των γύρω οικισμών κατέφθαναν με τα αγαθά τους, σε μικρές, κυρίως ποσότητες, είτε για να τα πουλήσουν, είτε για να τα ανταλλάξουν με άλλα προϊόντα, κάτι που δεν ήταν εύκολο να γίνει στην ύπαιθρο. Γεωργοί και κτηνοτρόφοι διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, κρασί, φρούτα και λαχανικά, τυροκομικά προϊόντα και μαλλί, αβγά και μέλι. Τα είδη αυτά σπάνια διακινούνταν στις καθημερινές, τοπικές αγορές και, έτσι δεν υπήρχε ανταγωνισμός. Πάντως, η πλατεία αποτελούσε τόπο συναντήσεων και συναλλαγών όλες τις ημέρες της εβδομάδας. Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης αναφέρει, στα Απομνημονεύματά του, Βιβλίο Α’, ότι κατά την παραμονή του στην Άρτα έβλεπε να μαζεύονται στην πλατεία Μονοπωλίου άρχοντες, προεστοί των χωριών και έμποροι και να κάθονται εκεί ως αργά το βράδυ. Ο ίδιος, μάλιστα γνωρίστηκε μαζί τους και πραγματοποίησε διάφορες εμπορικές συναλλαγές.

Ιστορικά:
Η θέση της πλατείας στο κέντρο του οικοδομικού ιστού της πόλης την καθιστούσε θέατρο ποικίλων εκδηλώσεων και τη συνέδεε με σημαντικά ιστορικά γεγονότα.
Στην πλατεία Μονοπλιού διαδραματιζόταν το αποκριάτικο έθιμο των μπαντίδων κατά το οποίο οι κάτοικοι χόρευαν φορώντας μάσκες. Το έθιμο, με σαφείς βενετσιάνικες επιρροές, λέγεται ότι προέρχεται από την εποχή του Δεσποτάτου, όταν ηγεμόνευε ο Κάρολος Α’ Τόκκος (1411-1429). Σύμφωνα με την παράδοση, ξεκίνησε από μια γιορτή καρναβαλιού που είχε οργανώσει ο δεσπότης στο παλάτι του. Τότε εισήγαγε και τη μάσκα του γιατρού, φιγούρα γνωστή από την βενετσιάνικη Commedia del Arte. Είναι ο dotore di morto που γύριζε τις μέρες της αποκριάς στα σοκάκια της Βενετίας παραπέμποντας στις δύο επιδημίες πανώλης, κατά τις οποίες οι γιατροί περιφέρονταν φορώντας μάσκες για να μη κολλήσουν. Η φιγούρα έγινε πολύ δημοφιλής και έφτασε ως τα δρομάκια της βυζαντινής Άρτας όπου οι κάτοικοι ξεφάντωναν στην ετήσια αποκριάτικη γιορτή υποδυόμενοι τους βενετσιάνικους γιατρούς. Το έθιμο διατηρήθηκε και μετά την κατάκτηση της Άρτας από τους Οθωμανούς (1449) με αίτημα των κατοίκων προς το σουλτάνο και περιορίστηκε σταδιακά στην πλατεία.
Χρόνια μετά, στη διάρκεια του κριμαϊκού πολέμου (1853-1856) προστέθηκε στο έθιμο των μπαντίδων, το δρώμενο του παπούλια, σκωπτική φιγούρα του ανέμελου γλετζέ. Σ’ αυτόν αναφέρεται το δίστιχο: «Πάει το μαλακό σ’ Παπούλια μ’, πάει το μεντζικό σ’, το πήραν οι μπαντίδ’ Παπούλια μ’, το παν στο Μονοπλιό». Ουσιαστικά πρόκειται για λογοπαίγνιο που σατίριζε τα γεγονότα του ρωσοτουρκικού πολέμου. Οι λέξεις «μαλακό» και «μεντζικό» αναφέρονταν σε γυναικεία ρούχα, ταυτόχρονα, όμως παρέπεμπαν στο ρωσικό οχυρό, Μαλακώφ, και τον υπερασπιστή του, Μεντζικώφ. Το έθιμο ήθελε τον παπούλια να πηγαίνει στην γυναίκα του Ρώσου υποπρόξενου της Άρτας και να της αποσπά ένα «μαλακό» και ένα «μεντζικό». Κρατώντας τα ρούχα στο χέρι περπατούσε μαζί με την παρέα του κατά μήκος του Ρωμιοπάζαρου, προς την πλατεία του Μονοπωλίου, τραγουδώντας και πειράζοντας τον κόσμο. Από την αντίθετη κατεύθυνση έρχονταν να σμίξουν με την εύθυμη παρέα οι μπαντίδες. Όταν συναντούσαν τον παπούλια του φορούσαν τα επίμαχα ρούχα και τραγουδώντας το περιπαικτικό δίστιχο ερχόταν όλοι μαζί στο Μονοπλιό για να συνεχίσουν το ξεφάντωμα.
Η πλατεία Μονοπωλίου δεν συνδέεται μόνο με γιορτινές εκδηλώσεις. Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας αποτελούσε, εκτός από αγορά και τόπο εκτελέσεων. Ισχυρό τεκμήριο για το γεγονός αποτελούν οι ακέφαλοι σκελετοί που βρέθηκαν σε ανασκαφή δίπλα στο ναό της πλατείας, στην Παναγία Κασσωπίτρα. Όπως συνέβαινε με τον πλάτανο του γεφυριού, έτσι και η πλατεία ήταν μέρος πολυσύχναστο. Αυτή ήταν και η βασική αιτία που επιλέχθηκαν για χώροι εκτελέσεων τα δύο αυτά σημεία. Με τη μακάβρια θέα των θυμάτων (τοποθετούσαν τα κεφάλια σε πασσάλους) οι αρχές θεωρούσαν ότι πετύχαιναν τον παραδειγματισμό των υπολοίπων. Οι ανελέητες εκτελέσεις που έγιναν στο Μονοπώλιο την περίοδο της επανάστασης του 1821 ανάγκασαν τους κατοίκους να εγκαταλείψουν την πόλη, από φόβο και αποτροπιασμό. Σύμφωνα με τον μητροπολίτη Άρτας, Σεραφείμ Ξενόπουλο (19ος αιώνας) δίπλα από την πλατεία υπήρχε νεκροταφείο όπου είχαν ενταφιαστεί αγωνιστές της μάχης του Πέτα, γεγονός που καθιστά το Μονοπώλιο τον πιθανότερο τόπο εκτέλεσης τους.
Η πλατεία διατηρεί στην τοπική κοινωνία το παλιό της όνομα, παρά την μετονομασία της από το δημοτικό συμβούλιο σε πλατεία Ελευθερίας που έγινε για να τιμηθεί η υποδοχή του ελληνικού στρατού, κατά την απελευθέρωση της Άρτας, στις 24 Ιουνίου το 1881. Για τον ίδιο λόγο μετονομάστηκε και η δεύτερη τουρκική πλατεία του Ρολογιού σε πλατεία Βασιλέως Γεωργίου Α΄, ονομασία που σε αυτήν την περίπτωση επικράτησε.
Δίπλα στην πλατεία λειτούργησε το πρώτο δημαρχείο της ελεύθερης πόλης με δήμαρχο τον Ιωάννη Αντωνόπουλο.

Πολυμέσα

Χάρτης

Περιήγηση στον Χάρτη