Παλιά Εβραϊκή Συνοικία

Παλιά Εβραϊκή Συνοικία

Η Εβραϊκή Κοινότητα της Άρτας υπήρξε μία από τις παλαιότερες της Ελλάδος, όπως, άλλωστε συνέβαινε με όλες οι εβραϊκές κοινότητες της Ηπείρου. Η εγκατάστασή τους στην περιοχή ανάγεται στα ελληνιστικά χρόνια, δηλαδή τον 3 π.Χ αιώνα, εποχή που απλώθηκαν σε όλο τον ελλαδικό χώρο οι εβραϊκές κοινότητες. Ενσωματωμένοι στην ελληνική πόλη, γλωσσικά και πολιτισμικά, αποκαλέστηκαν «Ρωμανιώτες» και αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία του Εβραϊκού στοιχείου ως τα τέλη του 15ο αιώνα που κατέφθασαν από την Ιβηρική χερσόνησο οι Σεφαραδίτες Εβραίοι, ύστερα από τους διωγμούς της Ισπανίας και Πορτογαλίας. Αν και στις περισσότερες περιπτώσεις οι Ρωμανιώτες αφομοιώθηκαν από το Σεφαραδιτκό στοιχείο, στην Ήπειρο (Ιωάννινα, Άρτα, Νικόπολη (Πρέβεζα αργότερα)) πλειοψηφούσαν σταθερά, ως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ρωμανιώτικες, αρχαίες κοινότητες.
Οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την εβραϊκή κοινότητα της Άρτας προέρχονται από το “Οδοιπορικό”, έργο του ραββίνου Βενιαμίν μπεν Γιονά, Εβραίου της Ισπανίας που ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1173. Ο μπεν Γιονά παραδίδει ότι ζούσαν στην πόλη 100 εβραϊκές οικογένειες που ανέπτυσσαν θαυμαστή πνευματική και θρησκευτική δραστηριότητα.
Η δραστηριότητα αυτή εντάθηκε την εποχή του “Δεσποτάτου της Ηπείρου”, κατά την οποία ο Μιχαήλ Β΄Κομνηνός Δούκας (13ος αιώνα), παραχώρησε στους Εβραίους ελευθερίες ώστε να αναπτυχθούν στον οικονομικό και πολιτιστικό τομέα. Την ίδια εποχή χτίστηκε η Συναγωγή, η λεγόμενη “Γκρέκα” και λειτούργησε το εβραϊκό νεκροταφείο στη θέση “Πετροβούνι”, μια έκταση δέκα στρεμμάτων στο λόφο Περάνθη που τους παραχωρήθηκε από την Θεοδώρα, σύζυγο του Μιχαήλ Β’ Κομνηνού και μετέπειτα αγία.
Η κοινότητα των Εβραίων συνέχισε να αναπτύσσεται οικονομικά και να αποτελεί εύρωστο τμήμα της βυζαντινής, αρτινής κοινωνίας ως το 1346, οπότε υπέστη τον πρώτο διωγμό από το Κράλη (ηγεμόνα) της Σερβίας, Στέφανο Ντουσάν.

Μετά την κατάκτηση της Άρτας από τους Τούρκους, το 1449, η εβραϊκή κοινότητα έτυχε προνομιακής αντιμετώπισης αφού της δόθηκαν θρησκευτικές και οικονομικές ελευθερίες. Λίγο αργότερα, μεταξύ 1480 και 1494 κατέφθασαν στην πόλη Εβραίοι από την Απουλία και την Καλαβρία, καθώς και εξόριστοι Σεφαραδίτες από την Ισπανία (1492). Αυτό συνετέλεσε στην αύξηση του εβραϊκού στοιχείου, αν και οι ντόπιοι Ρωμανιώτες δεν συγχωνεύτηκαν με τους νεοφερμένους. Οι τελευταίοι αποτέλεσαν μία ξεχωριστή Κοινότητα, ίδρυσαν τη Συναγωγή “Πουλιέζα” (Απουλιανή) , εβραϊκό σχολείο και φιλανθρωπικούς συλλόγους, δημιουργώντας παράλληλα έναν «ευγενή ανταγωνισμό» με τους ντόπιους ομοεθνείς τους.

Οι Εβραίοι ζούσαν σε τρεις ξεχωριστές συνοικίες που αναπτυσσόταν στο κέντρο της πόλης, τις «Όχθο», «Τσιμέντα» και «Ρολόϊ».
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας τα «εβραϊκά» ήταν μία από τις τρεις βασικές αγορές της πόλης μαζί με το Ρωμιοπάζαρο και το Τουρκοπάζαρο και εκτεινόταν από την πλατεία Μονοπωλίου ως το κάστρο. Μάλιστα γειτνίαζε με τη συνοικία του Μονοπωλίου. Το 1777 ξέσπασαν ταραχές μεταξύ Εβραίων και χριστιανών κατοίκων της πόλης για την ημέρα διεξαγωγής της εβδομαδιαίας αγορά (λαϊκή), που γινόταν κάθε Κυριακή στην πλατεία Μονοπωλίου. Οι χριστιανοί θωρούσαν ότι η μέρα της Κυριακής συνέφερε μόνο τους Εβραίους που διασφάλιζαν, έτσι την αδιάκοπη κίνηση της αγοράς όλες τις ημέρες της εβδομάδας και απαιτούσαν την αλλαγή της ημέρας, κάτι που πέτυχαν.
Οι μαρτυρίες για τον αριθμό των Εβραίων στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, μάλλον δεν είναι διαφωτιστικές. Ο Γάλλος αρχιτέκτων – μηχανικός Φουσερό αναφέρει το 1780 που επισκέφτηκε την Άρτα ότι υπήρχαν στην πόλη 200 Εβραίοι. Το 1806 ο Πουκεβίλ ανεβάζει τον αριθμό τους σε 1000, ενώ ο Λίκ, ένα χρόνο αργότερα υποστηρίζει πως ήταν, μόλις 50 άτομα.
Μετά την απελευθέρωση της πόλης από την οθωμανική αυτοκρατορία, στις 23 Ιουνίου του 1881, οι Εβραίοι διατήρησαν τη θρησκευτική και οικονομική τους ελευθερία, ενώ σε απογραφή εκείνης της περιόδου αναφέρεται ότι αριθμούσαν 800 άτομα.

Οι Εβραίοι της Άρτας ήταν ευσεβείς, βαθιά θρησκευόμενοι, νομοταγείς και συμβίωναν ειρηνικά με τους Χριστιανούς συμπολίτες τους. Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο σε σχόλιο δημοσιογράφου στην εφημερίδα “Μη Χάνεσαι” του 1881 όπου αναφέρει, μεταξύ άλλων: “… Εις Άρταν εκτός των Χριστιανών οικούσι σταθερώς πλείστοι Ισραηλίται, προθύμως και πιστώς εκπληρούντες πάσας τας υπό των νόμων πηγαζούσας διά τους πολίτας υποχρεώσεις. Εις τας Συναγωγάς αυτών, διέκρινα προσευχομένους ευζώνους, κομψώς και αρειμανίως φέροντας φουστανέλλαν. Ητο Ιουδαίοι στρατιώται….. Εκ τούτων και εκ προσωπικής εμπειρίας μεταγενεστέρας, καταδήλως μαρτυρείται η αγαστή σύμπνοια ήτις επικρατεί μεταξύ Χριστιανών και Εβραίων εις την πόλιν. Των τελευταίων τούτων το εμπορικόν δαιμόνιον είναι πανθομολογούμενον…”.
Το σχόλιο του δημοσιογράφου συμφωνεί με τη γενικότερη συμπεριφορά των ρωμανιωτών Εβραίων, οι οποίοι ζώντας από αιώνες με τους Έλληνες είχαν υιοθετήσει τη γλώσσα και τα στοιχεία του πολιτισμού και των παραδόσεών τους.
Τα πιο συνηθισμένα επώνυμα των Εβραίων της Άρτας ήταν Μιωνής, Ιωχανάς, Σαμπάς, Ιερεμίας, Μιζάν, Ελιέζερ, Πολίτης, Κούλιας, Γκανής, Σούσης κ.ά.
Τα επαγγελματικά ενδιαφέροντα των Αρτινών Εβραίων ήταν ποικίλα: Υπήρχαν 5 έως 6 μεγάλα και άλλα μικρά εμπορικά καταστήματα, όπως δερματοπωλεία και υαλοπωλεία. Κάποιοι ήταν επαγγελματίες φανοποιοί, γαλακτοπώλες, κρεοπώλες, γυρολόγοι και μοδίστρες. Υπήρχαν επίσης δύο εκπαιδευτικοί, ένας γιατρός κι ένας δημόσιος υπάλληλος. Το 1911 ιδρύθηκε μία μεγάλη εμπορική ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “Ιωχανάς – Γκανής – Χατζής & Σία”, η οποία δέσποζε στην αγορά για πολλά χρόνια.
Η κοινότητα διατηρούσε εβραϊκό σχολείο, επί της οδού Φιλελλήνων, στην εβραϊκή συνοικία. Από τις δύο μεγάλες αίθουσες που διέθετε η μία λειτουργούσε ως αποθήκη τροφίμων, κυρίως σιταριού που διανέμονταν στους άπορους το χειμώνα. Ή άλλη χωριζόταν σε δύο μικρότερους χώρους. Ο ένας λειτουργούσε ως αίθουσα διδασκαλίας και ο άλλος ως αίθουσα συνεδριάσεων και πολιτιστικών συγκεντρώσεων. Την ελληνική και εβραϊκή γλώσσα δίδασκαν δύο δάσκαλοι, ενώ στο σχολείο φοιτούσαν Εβραίοι και μερικοί Χριστιανοί μαθητές. Αργότερα, ιδρύθηκε ένα ακόμη σχολείο για τις ανάγκες της Κοινότητας. Την περίοδο της Μικρασιατικής καταστροφής τα δύο εβραϊκά σχολεία στέγασαν πρόσφυγες.
Από το 1920 η Εβραϊκή Κοινότητα της Άρτας αναγνωρίστηκε ως “Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου” και συμμετείχε σε όλες τις δημόσιες εκδηλώσεις της πόλης. Κατά την απογραφή του 1939 η Κοινότητα αριθμούσε 500 περίπου μέλη, ενώ κατά τη Γερμανική Κατοχή είχε 384.
Τη νύχτα της 24ης Μαρτίου 1944 συνελήφθησαν από τους Ναζί οι περισσότεροι Εβραίοι της Άρτας και εκτοπίστηκαν στα χιτλερικά στρατόπεδα του θανάτου. Ελάχιστοι μπόρεσαν να διαφύγουν. Τραγική ήταν και η τύχη μιας εβραϊκής οικογένειας που κρυβόταν στο χωριό Κομμένο της Άρτας. Σφαγιάστηκαν από τους Γερμανούς μαζί με τους 317 κατοίκους του χωρίου. Ζακίνο Ιερεμία, ετών 42, σύζυγος Ευτυχία, ετών 37, κόρη Καίτη, ετών 5.

Με τη λήξη του Πολέμου επέστρεψαν από τα στρατόπεδα 30 άτομα και άλλοι 28 Εβραίοι που πρόλαβαν να διαφύγουν στα γύρω χωριά. Η Κοινότητα είχε χάσει το 84% του πληθυσμού της. Η παλιά ρωμανιώτικη Συναγωγή “Γκρέκα” είχε σχεδόν καταστραφεί, όπως και τα υπόλοιπα κοινοτικά κτίρια. Η Κοινότητα ήταν αποδιοργανωμένη και η περίθαλψη ανύπαρκτη. Οι επιζήσαντες Εβραίοι άρχισαν να εγκαθίστανται σε άλλες πόλεις της Ελλάδος ή να μεταναστεύουν στο εξωτερικό. Το 1959 η Κοινότητα διαλύθηκε και λίγο αργότερα απαλλοτριώθηκε το εβραϊκό νεκροταφείο, ενώ το οικόπεδο της Συναγωγής παραχωρήθηκε στο Δήμο.
Σήμερα ο Δήμος Αρταίων οργανώνει εκδηλώσεις τιμής και μνήμης της ιστορικής πορείας της Ισραηλιτικής Κοινότητας Άρτας που λαμβάνουν χώρα στις 24 Μαρτίου, στην επέτειο της σύλληψης των Εβραίων της Άρτας.

Πολυμέσα

Χάρτης

Περιήγηση στον Χάρτη