Ναός Γενεσίου της Θεοτόκου Κορωνησίας

Ναός Γενεσίου της Θεοτόκου Κορωνησίας

Στην Κορωνησία, το βραχώδες νησάκι που βρίσκεται στον Αμβρακικό κόλπο, 25 χιλιόμετρα από την πόλη της Άρτας, δεσπόζει σε περίοπτη θέση, ο Ναός του Γενεσίου της Θεοτόκου. Από τη νησίδα πήρε ο ναός την προσωνυμία, «της Κορωνησίας» ή «της Κορακονησίας» ή «της Κορακοννησαίας» σύμφωνα με αναφορές που εντοπίζονται σε παλαιά έγγραφα.
Γραπτές πηγές και χρονολόγηση: Η εκκλησία της Παναγίας της Κορωνησίας, σήμερα ενοριακός ναός της ομώνυμης κοινότητας, υπήρξε το καθολικό μεγάλου μοναστηριού με ισχυρή παρουσία στην περιοχή.
Οι παλαιότερες αναφορές στο μοναστήρι βρίσκονται σε χειρόγραφο ευαγγέλιο της μονής του Μεγάλου Σπηλαίου των Καλαβρύτων το οποίο άνηκε στην Παναγία της Κορωνησίας όπως μαρτυρείται από δύο σημειώματα που διασώζει στις σελίδες του. Στα ίδια σημειώματα αναφέρεται ο αντιγραφέας του ευαγγελίου, Νικήτας Σγουρόπουλος, ο ηγούμενος της μονής της Παναγίας Κορωνησίας, Μελέτιος και η χρονολογία 1193. Από τη σημαντική αυτή γραπτή πηγή το μνημείο τοποθετείται χρονικά πριν τον 12ο αιώνα.
Οι πολλές κειμενικές πηγές στην μονή της Παναγίας της Κορωνησίας φανερώνουν το σημαντικό ρόλο που έπαιζε στην ευρύτερη περιοχή του Αμβρακικού κόλπου. Παραδίδεται ότι κατείχε μεγάλη κτηματική περιουσία στις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας και εκτροφεία χελιδονιών (χελοκοφινοβίβαρα) στον Αμβρακικό. Μετόχι της είναι το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, στο Μυρτάρι Βόνιτσας που ιδρύθηκε από τον ηγούμενο του μοναστηριού της Κορωνησίας, Ιωνά Γκιολμά, στα τέλη του 17ου αιώνα. Στη μονή της Παναγίας αναφέρονται τον 19ο αιώνα ο χρονικογράφος της Ηπείρου, Π. Αραβαντινός και ο Σεραφείμ Ξενόπουλος, μητροπολίτης Άρτας.
Ο αρχιτέκτονας Α. Ορλάνδος χρονολόγησε την ίδρυση του μοναστηριού στα τέλη του 10ου και στις αρχές του 11ου αιώνα, ενώ στα τέλη του 10ου αιώνα τοποθετεί το μνημείο και ο αρχαιολόγος, Π. Βοκοτόπουλος. Με την ίδια χρονολόγηση συνηγορούν και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του καθολικού.

Αρχιτεκτονική: Το μνημείο αποτελείται από το καθολικό του ναού του Γενεσίου της Θεοτόκου, τα προκτίσματά του και το κωδωνοστάσιο, ενώ στον περιβάλλοντα χώρο υπάρχει ελαιοτριβείο και το παρεκκλήσι του Οσίου Ονουφρίου.
Η σημερινή μορφή του ναού είναι αποτέλεσμα πολλών επεμβάσεων. Αρχικά υπήρχε μόνο ο κυρίως ναός και ο νάρθηκας. Αργότερα ο αρχικός νάρθηκας ενσωματώθηκε στον κυρίως ναό για λόγους ευρυχωρίας και προστέθηκε δεύτερος νάρθηκας. Παράλληλα, χτίζεται προστώο στη βόρεια πλευρά.
Παλαιότερες μελετητές θεωρούν ότι το μνημείο ανήκει στον σπάνιο τύπο του ημιεγγεγγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο. Έχει, δηλαδή κάτοψη ελεύθερου σταυρού του οποίου η μία κεραία εξέχει ανατολικά και το υπόλοιπο δυτικό τμήμα εγγράφεται σε ορθογώνιο. Τα νέα στοιχεία, όμως που ήρθαν στο φως μετά την επισκευή της στέγης αφήνουν πιθανόν το ενδεχόμενο ο αρχικός ναός να χτίστηκε στον τύπο του ελεύθερου σταυρού με τον κυλινδρικό τρούλο να υψώνεται στο σημείο που διασταυρώνονται οι κεραίες του.
Ωστόσο, όποια κι αν ήταν η αρχική του μορφή, γεγονός είναι ότι οι αλλεπάλληλες επεμβάσεις που έχει δεχτεί ο ναός έχουν αλλοιώσει την εικόνα του.

Γλυπτός και ζωγραφικός διάκοσμος:
Στο εσωτερικό του ναού, ενδιαφέρον παρουσιάζει η παλαιοχριστιανική τράπεζα προσφορών που είναι χτισμένη στην ανατολική κόγχη του ιερού και θεωρείται ότι προέρχεται από μια από τις δύο παλαιχριστιανικές βασιλικές που ανασκάφηκαν στο νησάκι Κέφαλος, του Αμβρακικού.
Το αρχικό δάπεδο του ναού ήταν μαρμάρινο, όπως μαρτυρεί το 1437, ο Ιταλός περιηγητής, Κυριακός Αγκωνιεύς, ο οποίος, μάλιστα αναφέρει και μία επιτύμβια στήλη, σε δεύτερη χρήση ως πλάκα του δαπέδου. Από το παλαιό δάπεδο διασώζεται μαρμάρινη πλάκα με το διακοσμητικό θέμα των πέντε Άρτων. Το ανάγλυφο σχέδιο κοσμούταν με μαραροθέτημα (μικρά κομμάτια από πολύχρωμα μάρμαρα) που σήμερα έχει καταστραφεί.
Σε δεύτερη χρήση είναι οι κίονες και οι ιωνικές βάσεις που χρησιμοποιούνται ως κιονόκρανα.

Ο ζωγραφικός διάκοσμος στο εσωτερικό του ναού τοποθετείται χρονικά στο β’ μισό του 17ο αιώνα. Δεν διατηρείται σε καλή κατάσταση με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά και να είναι δυσδιάκριτες πολλές από τις σκηνές που σώζονται.
Μερικές από τις παραστάσεις είναι η Παναγία στον τύπο της Βλαχερνίτισσας στην κόγχη του ιερού, ο Ευαγγελισμός, η Πεντηκοστή, η θεία Λειτουργία στις ζώνες της καμάρας και τα Πάθη του Χριστού που από τα σωζόμενα τμήμα φαίνεται ότι ιστορούταν στον παλαιό νάρθηκα. Η ενσωμάτωση του νάρθηκα στον κύριο χώρο του ναού είναι ίσως υπεύθυνη και για την σπάνια περίπτωση της εικονογράφησης της καμάρας της οροφής του. Παρόλη τη φθορά, διακρίνονται τρία μετάλλια με τις μορφές του Χριστού Εμμανουήλ και της Θεοτόκου στα δύο ακρινά και, πιθανότατα τη μορφή του Χριστού, στο κεντρικό.
Ο ζωγράφος του εικονογραφικού διακόσμου είναι άγνωστος.

Σήμερα η πρόσβαση το ναό της Παναγίας της Κορωνησίας γίνεται εξαιρετικά εύκολη λόγω του αμαξιτού δρόμου που συνδέει την νησίδα με την απέναντι ακτή.

Χάρτης

Περιήγηση στον Χάρτη