Ναός Αγίας Θεοδώρας

Ναός Αγίας Θεοδώρας

Ο ναός της αγίας Θεοδώρας βρίσκεται στο κέντρο της Άρτας, σε παράκαμψη της οδού Βασιλέως Πύρρου. Η περιοχή ταυτίζεται με το πολύβουο κέντρο της βυζαντινής πρωτεύουσας, στη συνοικία της κάτω πόλης.
Πρόκειται για ένα από τα πλέον σημαντικά μνημεία της Άρτας, όχι μόνο για τη μορφολογία του, αλλά, κυρίως γιατί αυτός ο ναός είναι σαν ζωντανή σύνδεση της σημερινής πόλης με το βυζαντινό παρελθόν της, αφού είναι αφιερωμένος στην βασίλισσά της, την δική της αγία Θεοδώρα. Η εκκλησία έχει ξεχωριστή, συναισθηματική διάσταση για τον Αρτινό, καθώς τον δένει με τον παρελθόν του σαν ένα είδους μυστικής σχέσης, μια εσωτερική επικοινωνία με τους δημιουργούς, τους ανθρώπους του Δεσποτάτου και τα σύμβολά του. Για τον επισκέπτη αυτή η σχέση γίνεται εμφανής καθώς παρασύρεται από τον κόσμο του μνημείου που του ανοίγει ένα παράθυρο στους χρόνους της ακμής του Δεσποτάτου.
Γραπτές αναφορές-μελέτες: Οι γραπτές μαρτυρίες για το ναό, κατά την βυζαντινή περίοδο, προέρχονται από τον μοναχό Ιώβ Μελία (13ος αιώνα), σύγχρονο του ηγεμόνα Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού Δούκα και βιογράφο της αγίας Θεοδώρας, συζύγου του δεσπότη. Το μνημείο αναφέρεται πάλι σε κειμενικές μαρτυρίες τον 17ο αιώνα από τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή που πληροφορεί ότι η εκκλησία είχε μεγάλο πλούτο αφιερωμάτων που προερχόταν από όλη την Φραγκιά, τόσο που οι τουρκικές αρχές εισέπρατταν δικαιώματα φύλαξης. 200 ιερείς υπηρετούσαν στην εκκλησία και προσέφεραν τροφή και στέγη στους περαστικούς.
Το ναό μελέτησε συστηματικά και δημοσίευσε ο Αναστάσιος Ορλάνδος το 1936, ενώ είχε προηγηθεί εκτενής μελέτη του G Millet. Παλιότερα είχαν ασχοληθεί με το μνημείο ο Γ. Λαμπάκης και ο αρχιμανδρίτης Αντώνιος που στα τέλη του 19ου έκανε τα πρώτα σκαριφήματα.
Ιστορία και χρονολόγηση: Η ανέγερση του ναού ανάγεται στα μεσοβυζαντινά χρόνια πριν την ίδρυση του Δεσποτάτου. Ήταν το καθολικό μοναστηριού αφιερωμένο στον άγιο Γεώργιο. Χρονολογείται στα μέσα περίπου του 12ου αιώνα, κατά άλλους στο τέλος του 11ου, και είναι χτισμένη πάνω στο πρυτανείο της αρχαίας Αμβρακίας όπως απέδειξε πρόσφατη (2019) ανασκαφική έρευνα της Εφορείας Αρχαιοτήτων. Η μοναστική κοινότητα ήταν γυναικεία. Στο μοναστήρι έζησε η βασίλισσα Θεοδώρα τα τελευταία χρόνια της ζωής της, αφού πρώτα εκάρη μοναχή και ανακαίνισε το καθολικό που μετά την αγιοκατάταξή της αφιερώθηκε στη μνήμη της. Σήμερα είναι ο ναός της αγίας Θεοδώρας, πολιούχου της Άρτας και γιορτάζει στις 11 Μαρτίου.
Λίγα λόγια για τον βίο αγίας Θεοδώρας: Η Θεοδώρα ήταν σύζυγος του Δεσπότη Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού Δούκα, νόθου γιου του ιδρυτή του Δεσποτάτου της Ηπείρου Μιχαήλ Α΄ Κομνηνού, από τον οίκο των Αγγέλων. Κόρη του σεβαστοκράτορα Ιωάννη Πετραλείφα είχε νορμανδοϊταλική καταγωγή. Η οικογένειά της ήταν ένας από τους εξελληνισμένους κλάδους των απογόνων του Πέτρου, γιού ή αδερφού του άρχοντα Αλείφα, στην Καζέρτα της Ιταλίας που εγκαταστάθηκε στην βυζαντινή επικράτεια πολεμώντας στο πλευρό του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού. Ο Μιχαήλ Β’ τη γνώρισε στην Σερβία όπου ζούσε με την οικογένειά της. Όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος της, η Θεοδώρα εξορίστηκε λίγα χρόνια μετά τον γάμο της, επειδή ο ηγεμόνας άρχισε να ενδιαφέρεται για άλλη γυναίκα, μια αρτινή αρχόντισσα και γενικότερα διήγε έκλυτο βίο . Μη μπορώντας ν΄ ανεχθεί τη συμπεριφορά του συζύγου της περιπλανήθηκε στην ύπαιθρο όπου ζούσε σε απόλυτη φτώχεια. Σύμφωνα με το βιογράφο της, την βρήκε ένας ιερέας σε κατάσταση απόλυτης ένδειας, να μαζεύει χόρτα, όπως γράφει χαρακτηριστικά. Σ’ αυτόν αποκάλυψε την ταυτότητά της και την πήρε υπό την προστασία του στο χωριό που ήταν εφημέριος, στην Πρένιστα, σήμερα Κορφοβούνι Άρτας. Μετά από 5 χρόνια εξορίας και υπό την πίεση που άσκησαν οι Αρτινοί στον ηγεμόνα, η Θεοδώρα αποκαταστάθηκε στη θέση της. Οι κάτοικοι της Άρτας με την υποστήριξη των αρχόντων εξεγέρθηκαν κατά του Μιχαήλ Β΄ εξοργισμένοι με τη άστατη ζωή που έκανε και τη συμπεριφορά του απέναντι στη σύζυγο του. Ο δεσπότης έφερε πίσω τη Θεοδώρα στη βασιλική της θέση και σε ένδειξη ειλικρινούς μετάνοιας ίδρυσε το μοναστήρι της Κάτω Παναγίας και της Παναγίας Παντάνασσας, κοντά στην Φιλιππιάδα.
Η Θεοδώρα Πετραλείφα ήταν σημαντική προσωπικότητα και έπαιξε βασικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα του Δεσποτάτου. Μεγάλη ήταν η συμβολή της στην υπογραφή της συνθήκης ειρήνης του Δεσποτάτου της Ηπείρου με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας . Με πρόσχημα τον γάμο του γιου της, Νικηφόρου με την κόρη του Αυτοκράτορα της Νίκαιας, Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρη, επισκέφτηκε την πόλη δύο φορές και πρωτοστάτησε στις διαπραγματεύσεις, πετυχαίνοντας για ένα διάστημα την ειρηνική συνύπαρξη των δύο παραδοσιακών εχθρών.
Φύση πνευματώδης η Θεοδώρα έμεινε στην ιστορία για το φιλανθρωπικό της έργο. Μετά το θάνατο του συζύγου της έγινε μοναχή και αποσύρθηκε στο μοναστήρι του αγίου Γεωργίου ως το τέλος της ζωής της. Πεθαίνοντας ενταφιάστηκε στο καθολικό της μονής που αργότερα αφιερώθηκε στο όνομά της. Οι κάτοικοι δεν έπαψαν ποτέ να σχετίζονται με την αγία που την ανέδειξαν σε πολιούχο τους.
Αρχιτεκτονική:
Α΄φάση: Το καθολικό ανήκει στην πρώτη οικοδομική φάση του μνημείου και ακολουθεί τον τύπο της ξυλόστεγης βασιλικής. Ο ανατολικός τοίχος του απολήγει σε τρεις φαρδιές, τρίπλευρες αψίδες. Το ιερό είναι τριμερές, φέρει δηλαδή δύο εγκάρσιους τοίχους με θυραία ανοίγματα που χωρίζουν το Ιερό Βήμα από την πρόθεση και το διακονικό. Ο κυρίως ναός χωρίζεται, εσωτερικά σε τρία κλίτη που ορίζονται με κιονοστοιχίες. Το κεντρικό κλίτος εξέχει πολύ πιο πάνω από τα πλαϊνά και στεγάζεται με δίριχτη στέγη. Τα χαμηλά πλαϊνά κλίτη καλύπτονται από μονόριχτες σκεπές και φέρουν από οχτώ δίλοβα παράθυρα.
Ακολουθούν άλλες δύο οικοδομικές φάσεις.
Β’ φάση: Η μία και βασικότερη, χρονολογείται στην περίοδο της ακμής του Δεσποτάτου, γύρω στο 1270 όταν η βασίλισσα Θεοδώρα ανακαίνισε το ναό. Τότε προστέθηκε, καθώς φαίνεται ο τριμερής, καμαροσκέπαστος νάρθηκας, στα δυτικά. Στο κέντρο της οροφής του φέρει χαμηλό τρούλο. Έχε τρεις εισόδους, δυτικά βόρεια και νότια και τρία θυραία ανοίγματα, εσωτερικά για την επικοινωνία του με τον κυρίως ναό. Το νότιο άνοιγμα είναι, σήμερα φραγμένο από τον τάφο της αγίας Θεοδώρας. Εξωτερικά στην δυτική του πλευρά διαμορφώνονται τρία αετώματα. Το κεντρικό φέρει δίλοβο παράθυρο και υψώνεται μπροστά από τον χαμηλό τρούλο, μια ιδιορρυθμία που παρατηρείται και στο καθολικό της μονής Βλαχέρνας που χρονολογείται την ίδια εποχή.
Στις οικοδομικές επεμβάσεις της αγίας Θεοδώρας οφείλεται πιθανότατα η προσθήκη των δύο μεγάλων, οξυκόρυφων αετωμάτων στον ανατολικό και στα δυτικό τοίχο του κεντρικού κλίτους. Τα αετώματα προβάλλουν πάνω από το επίπεδο της στέγης και φέρουν από ένα δίλοβο παράθυρο.
Έργο του 13ου αιώνα είναι και ο οξυκόρυφος πυλώνας που βρίσκεται σε μικρή απόσταση, νότια του ναού με τον χαρακτηριστικό, πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο της εποχής.
Γ΄φάση: Η επόμενη και τελευταία φάση ανάγεται στο τέλος του 13ου αρχές του 14ου αιώνα και περιλαμβάνει την πρόσθεση ανοιχτής στοάς, σε σχήμα Π που περιέτρεχε την δυτική πλευρά του νάρθηκα και μέρος της βόρειας και νότιας πλευράς του καθολικού. Σήμερα σώζεται μόνο η νοτιοδυτική γωνία και η νότια πεσσοστήρικτη πλευρά της.
Στην ανασκαφική έρευνα του 2019 αποκαλύφθηκαν αρκετά στοιχεία της στοάς , και του περιβάλλοντα χώρου του ναού.

Τοιχοδομία-εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομία του ναού αποτελείται από ακανόνιστους λίθους ανάμεσα στους οποίους τοποθετούνται πλίνοι σε οριζόντια, ακανόνιστη διάταξη. Σε αντίθεση με τους λιτούς τοίχους του καθολικού, ενδεικτικό της πρώιμης χρονολόγησής του, τα ψηλά αετώματα του κεντρικού κλίτους παρουσιάζουν έντονο κεραμοπλαστικό διάκοσμο που γεμίζει την τοιχοποιία και περιβάλλει τα δίλοβα παράθυρα. Οδοντωτές ταινίες, διαδοχικές πλίνθοι και κοσμήματα από σπασμένα αγγεία είναι μερικά δείγματα του πυκνού στολισμού. Πολλές ζώνες κεραμοπλαστικού διακόσμου περιτρέχουν και την τοιχοποιία του νάρθηκα που τοποθετείται στην ίδια εποχή (13ος ). Ταινίες με σταυρούς, ήλιους και μαιάνδρους, τεθλασμένες γραμμές και δικτυωτό πλέγμα είναι κάποιες από αυτές.

Εσωτερικός διάκοσμος:
Γλυπτά: Ο πλαστικός διάκοσμος εσωτερικά αφορά, κυρίως τις κιονοστοιχίες, τον κιονίσκο του δίλοβου παραθύρου της κόγχης και τα θραύσματα από τα θωράκια του παλαιού μαρμάρινου τέμπλου, όλα από μάρμαρο.
Κίονες και κιονόκρανα των κιονοστοιχιών βρίσκονται σε δεύτερη χρήση, αφού χρονολογούνται στα πρωτοχριστιανικά χρόνια (5ος -6ος αιώνας) και προέρχονται πιθανότατα από κτίσματα της βυζαντινής Νικόπολής. Οι κίονες είναι αράβδωτοι και τα κιονόκρανά τους δυσανάλογα μεγάλα. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν αυτά της βόρειας κιονοστοιχίας που εκτός από τον φυτικό διάκοσμο προβάλλουν και ανδρικές ιματιοφόρες μορφές σε στάση ρήτορα, εικονογραφία που ανάγεται σε αρχαία πρότυπα.
Το κιονόκρανο στον κιονίσκο του παραθύρου της κόγχης φέρει ανάγλυφο σταυρό με την συντετμημένη επιγραφή IC-XC.
Εξαιρετικής τέχνης ήταν το παλαιό μαρμάρινο τέμπλο που από την τεχνική και την θεματολογία του χρονολογείται στην ίδρυση του καθολικού (11ος-12ος αι.). Σήμερα μπορούμε να το αναπαραστήσουμε με σχετική ακρίβεια από τα τμήματα που έχουν διασωθεί. Κάποια κομμάτια, κυρίως από τα θωράκια βρίσκονται στην Αρχαιολογική Συλλογή της Παρηγορήτισσας , ενώ τμήματα του επιστηλίου του είναι εντοιχισμένα στις παραστάδες της πρόθεσης και του διακονικού. Το επιστήλιο διακοσμείται με φυτικά θέματα μέσα σε εναλλασσόμενα κυκλικά και τετράγωνα πλαίσια. Το τέμπλο είχε δύο μεγάλα θωράκια που πλαισίωναν την Ωραίας Πύλη. Σ’ αυτά αποδίδονταν ανάγλυφα συμβολικά θέματα. Στα δεξιά εικονιζόταν μετωπικός αετός με ανοιγμένα φτερά (σώζεται σχεδόν ολόκληρος) και στα αριστερά μοσχάρι που κατασπαράσσεται από άγριο ζώο, εικονογραφικό θέμα γνωστό από τα προκλασικά, αρχαία χρόνια ως πάλη των ζώων. Οι παραστάσεις των θωρακίων (το δεύτερο σώζεται κατά το ήμισυ) αποδίδονται με την επιπεδόγλυφη τεχνική, όπου ο διάκοσμος διαμορφώνεται με το σκάλισμα του βάθους και ήταν διακοσμημένες με κηρομαστίχη (μίγμα κεριού, μαρμαροκονίας και κόκκινου χρώματος), όπως μαρτυρούν ελάχιστα σωζόμενα ίχνη.

Τοιχογραφίες: Οι τοίχοι του ναού καλύπτονται από τοιχογραφίες. Ωστόσο οι φθορές που έχουν, κυρίως λόγω της αιθάλης των κεριών κάνουν δύσκολη τη χρονολογική τους τοποθέτηση. Πιθανότατα το μεγαλύτερο μέρος τους ανάγεται στον 18ο αιώνα. Είναι, όμως σαφές ότι καλύπτουν παλαιότερο εικονογραφικό πρόγραμμα του 13ου αιώνα στο οποίο πρέπει να ανήκουν οι προφήτες που εικονίζονται δεξιά και αριστερά των παραθύρων των αετωμάτων.

Ο τάφος της αγίας Θεοδώρας: Ο τάφος της αγίας Θεοδώρας, σήμερα κενοτάφιο, βρίσκεται στα αριστερά της κυρίας εισόδου και ανασυγκροτήθηκε το 1873, μετά την ανακομιδή των λειψάνων της που έγινε κατ’ εντολή του Μητροπολίτη Άρτας Σεραφείμ του Βυζάντιου. Λέγεται ότι ο μητροπολίτης προέβη στο εγχείρημα επειδή διαδίδονταν ότι τα οστά της αγίας είχαν κλαπεί από του Φράγκους.
Ο τάφος αποτελείται από μαρμάρινη, ψηλή βάση πάνω στην οποίοι πατούν περιμετρικά, έξι κίονες που στέφονται στην κορυφή με επιστήλιο. Στη δυτική πλευρά της βάσης υπάρχει η γνωστή ανάγλυφη, παράσταση με την Θεοδώρα και μια μικρότερη σε κλίμακα ανδρική μορφή, κάτω από τόξο και πλαισιωμένες με δύο μορφές αγγέλων σε προτομή. Έχει θεωρηθεί ότι η αγία συνοδεύεται εδώ από τον γιο της, Νικηφόρο. Κατά άλλους, όμως πρόκειται για τον ίδιο τον δεσπότη Μιχαήλ Β’ που εικονίζεται σε μικρότερη κλίμακα για να εξαρθεί το ήθος και το ανάστημα της Θεοδώρας.

Σήμερα, τα οστά της αγία φυλάσσονται σε αργυρή λάρνακα στο διακονικό του ιερού που έχει μετατραπεί σε προσκύνημα, ιδιαίτερα δημοφιλές στην ευρύτερη περιοχή της Άρτας. Η λάρνακα κατασκευάστηκε το 1962 σε γιαννιώτικο εργαστήριο αργυροχοΐας.

Πολυμέσα

Χάρτης

Περιήγηση στον Χάρτη