Τζαμί Φαϊκ Πασά (Ιμαρέτ)

Τζαμί Φαϊκ Πασά (Ιμαρέτ)

«Ιμαρέτ – Στη σκιά του ρολογιού» έχει τίτλο το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου και αναφέρεται στο οθωμανικό μνημείο της Άρτας.
Το Τζαμί Φαΐκ Πασά, γνωστό και ως Ιμαρέτ είναι, μαζί με το Φεϋζούλ τζαμί, ένα από τα δύο σωζόμενα μουσουλμανικά τεμένη της Άρτας. Βρίσκεται δίπλα στις όχθες του ποταμού Αράχθου, στη θέση Μαράτι, κοντά στο χωριό Γραμμενίτσα, και απέχει περίπου 3 χλμ. από το ιστορικό γεφύρι της πόλης. Η ευρύτερη περιοχή γύρω από το Ιμαρέτ ονομαζόταν, παλαιότερα Τοπ – Αλτί, λέξη που περιέγραφε όλη την περιοχή που βρισκόταν εντός της ακτίνας βολής των κανονιών που είχαν τοποθετηθεί στο κάστρο.
Σύμφωνα με τον Αναστάσιο Ορλάνδο το χωριό Μαράτι πήρε το όνομά του από το Ιμαρέτ. Ο Φαΐκ-πασσάς, πρώτος διοικητής της Άρτας μετά την κατάληψή της, το 1449 θέλησε για την υστεροφημία του να κατασκευάσει το Ιμαρέτ (πτωχοκομείο) όπου κατέφευγε μεγάλος αριθμός φτωχών κατοίκων. Μαζί με το πτωχοκομείο ίδρυσε το τζαμί και ένα κτιριακό συγκρότημα που περιελάμβανε μεντρεσέ (εκπαιδευτήριο), χάνι και χαμάμ.
Το τζαμί, όπως και τα περισσότερα τεμένη του ελλαδικού και βαλκανικού χώρου ανήκει στον τύπο Α. Αποτελείται, δηλαδή από μία απλή μονόχωρη αίθουσα τετράγωνης κάτοψης, με μήκος πλευράς, 11,50 μ.. Στεγάζεται με τρούλο, φέρει στην είσοδο προστώο που στηρίζεται με κιονοστοιχία (ρεβάκ) και κυλινδρικό μιναρέ που υψώνεται σε τετράγωνη βάση, στη βόρεια πλευρά.
Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, το τζαμί πιθανόν χτίστηκε πάνω στα ερείπια βυζαντινού ναού αφιερωμένου στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Το οικοδομικό υλικό για την κατασκευή του μεταφέρθηκαν από τον παλαιό βυζαντινό ναό της Παρηγορήτισσας της Νικόπολης, αλλά και από διάφορα αρχαία κτίσματα της Αμβρακίας. Ορισμένα από τα αρχιτεκτονικά μέλη του προστώου προέρχονται από το βυζαντινό ναό της Παναγιάς της Παντάνασσας, ο οποίος ιδρύθηκε στα μέσα του 13ου αιώνα από τον Μιχαήλ Β΄ Κομνηνό Δούκα.

Το τζαμί είχε στην κατοχή του, γεωργικές εκτάσεις στα χωριά Βίγλα και Μαρατιοί (τμήμα του σημερινού Πολυδρόσου Άρτας) και καρπωνόταν τα έσοδα από την εκμετάλλευσή τους. Πριν την κατάληψη της Άρτας από τους Οθωμανούς, οι συγκεκριμένες εκτάσεις ήταν ιδιοκτησία της μονής της Παναγίας της Ροδιάς. Ο αριθμός των εκτάσεων ήταν σημαντικός και ο Φαΐκ Πασάς, για να χρηματοδοτήσει το τζαμί, απέσπασε το μεγαλύτερο μέρος.
Σύμφωνα με προφορικές πληροφορίες που συνέλεξε τον 19ο αιώνα ο μητροπολίτης Άρτας, Σεραφείμ Ξενόπουλος, από κάποιον Οθωμανό κάτοικο της πόλης, ο Φαΐκ Πασάς ανέλαβε ο ίδιος τη θέση του ιμάμη στο τζαμί, αφού πρώτα αποσύρθηκε από το στρατιωτικό και πολιτικό του αξίωμα. Αυτό το έπραξε γιατί δεν έβρισκε κανέναν άξιο για το λειτούργημα αυτό μετά το θάνατο του προηγούμενου Ιμάμη που είχε διορίσει ο ίδιος. Παρέμεινε στη θέση αυτή 40 χρόνια, σύμφωνα πάντα με τον Σ. Ξενόπουλο, οπότε και πέθανε το έτος Εγίρας 905, δηλαδή το 1499. Η ημερομηνία αναγράφεται σε επιτύμβια πλάκα που βρέθηκε στην περιοχή, ένδειξη ότι είναι πιθανόν ο Φαΐκ πασάς να ενταφιάστηκε στο Ιμαρέτ. Με βάση αυτές τις πληροφορίες, ο μητροπολίτης Άρτας τοποθέτησε την κατασκευή του τζαμιού στο έτος 1455 (860 έτος Εγίρας), δηλαδή την εποχή που σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής. Μάλιστα, η μεγαλοπρέπεια του τζαμιού του Φαΐκ Πασάς ήταν τέτοια που, όπως αναφέρει ο Σ. Ξενόπουλος, ο σουλτάνος έδωσε εντολή να κατασκευαστεί ένα άλλο τέμενος μέσα του κάστρου της Άρτας και να αφιερωθεί στον ίδιο. Το τζαμί αυτό, όμως, σύμφωνα με άλλους μελετητές, κατασκευάστηκε αργότερα , γύρω στα 1492 – 1493, δηλαδή την εποχή που σουλτάνος ήταν ο Βαγιαζίτ Β΄.

Το τζαμί υπήρξε θέατρο μαχών κατά τη διάρκεια της Πολιορκίας της Άρτας. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, στις 14 Νοεμβρίου 1821 ο Μάρκος Μπότσαρης οχυρώθηκε στο τζαμί με 300 άντρες. Μαζί του, στο Μαράτι συντάχθηκαν αρκετοί οπλαρχηγοί, ανάμεσά τους και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Στις 15 Νοεμβρίου οι Τούρκοι ξεκίνησαν αδιάκοπο κανονιοβολισμό κατά του Μαρατιού προκαλώντας σημαντικές απώλειες στην ελληνική πλευρά και τρέποντας σε φυγή αρκετούς στρατιώτες. Ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κλείστηκαν στο τζαμί και απέκρουσαν τις επιθέσεις των Τούρκων μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε στα υψώματα του Μαρατιού, ο Νότης Μπότσαρης με 300 άντρες και όλοι μαζί απώθησαν τους Τούρκους προς την Άρτα. Ο Παναγιώτης Αραβαντινός επιβεβαιώνει τις μάχες που έλαβαν χώρα στο Μαράτι, αλλά υποστηρίζει ότι πρωταγωνιστής υπήρξε ο Ανδρέας Ίσκος και μετά την επέμβαση του Μάρκου Μπότσαρη, οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή.
Το τζαμί αναφέρει στο έργο του ο William Martin Leake, περιηγητής του 19ου αιώνα, πληροφορώντας παράλληλα ότι στο Μαράτι υπήρχαν άφθονες φουντουκιές. Ο François Pouqueville, γάλος περιηγητής και διπλωμάτης (τέλη 18ου αρχές 19ου αιώνα) μας ενημερώνει για τον σημαντικό αριθμό από πορτοκαλιές, λεμονιές, ελαιόδεντρα, αλλά και καλαμώνες που κάλυπταν την περιοχή. Τέλος ο Σεραφείμ Ξενόπουλος παραδίδει ότι το 1884 στην περιοχή γύρω από το τζαμί κατοικούσαν περίπου 10 χριστιανικές οικογένειες και έξι με εφτά Οθωμανοί, οι οποίοι προσεύχονταν στο τέμενος.
Κατά τη διάρκεια του ατυχούς Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, η περιοχή γύρω από το τζαμί υπήρξε και πάλι πεδίο μαχών ανάμεσα στις ελληνικές δυνάμεις υπό την διοίκηση του Συνταγματάρχη Θρασύβουλου Μάνου και τις τουρκικές υπό τον Αχμέτ Χιφσί Πασά. Τον Μάιο του 1897, υπογράφτηκε στην περιοχή του Ιμαρέτ, η πρώτη ανακωχή στο μέτωπο της Ηπείρου και επισημοποιήθηκε στις 3 Ιουνίου στην Άρτα.
Μετά την απελευθέρωση της Άρτας, το τζαμί είχε μετατραπεί σε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο. Το 1938 με βασιλικό διάταγμα το τζαμί ανακηρύχθηκε σε διατηρητέο ιστορικό χώρο.

Πολυμέσα

Χάρτης

Περιήγηση στον Χάρτη