Οικία Ζορμπά

Η οικία Ζορμπά είναι παλαιά αστική οικία του 19ου αιώνα και το μοναδικό αρχοντικό «ηπειρωτικής» αρχιτεκτονικής που έχει διασωθεί στην πόλη της Άρτας. Βρίσκεται κοντά στο εκθεσιακό κέντρο του Δήμου, Βορειοδυτικά του Κάστρου. Το όνομά της δηλώνει το όνομα του παλαιού ιδιοκτήτη της και ως προς την αρχιτεκτονική, ακολουθεί την τυπική διάταξη της αστικής οικίας της Άρτας.
Η οικία Ζορμπά κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού το 1964 και στη δεκαετία του 1980 στέγασε για λίγα χρόνια τα γραφεία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Ανακαινίστηκε ύστερα από μια σειρά εργασιών στις οποίες προέβη η Εφορεία Αρχαιοτήτων Άρτας, στο πλαίσιο του έργου ανάδειξης του μνημείου. Τη δαπάνη του έργου ανέλαβε ο Δήμος Αρταίων, με πρωτοβουλία του δημάρχου κ. Χρήστου Τσιρογιάννη.
Το 2017 η οικία στέγασε φωτογραφική έκθεση με θέμα τις παλαιές κατοικίες της Άρτας που έχουν πλέον κατεδαφιστεί. Διασώζονται μονάχα σε φωτογραφικές αποτυπώσεις των αρχαιολόγων που υπηρέτησαν κατά καιρούς στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, όπως οι Π. Βοκοτόπουλος, Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δ. Κωνστάντιος, Ε. Χαλκιά, Β. Παπαδοπούλου.
Η οικία Ζορμπά αποτελεί μοναδικό μάρτυρα του αστικού χαρακτήρα της Άρτας κατά την προβιομηχανική περίοδο που εκφράστηκε μέσα από τα «ηπειρώτικα» αρχοντικά. Πολλά τέτοια σπίτια κοσμούσαν την πόλη τα οποία θυσιάστηκαν στο βωμό της ανοικοδόμησης τη δεκαετία του 1960 και ως και το 2000, όπως συνέβη σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Οι γνώσεις για τη δομή τους προέρχονται από τις παλιές φωτογραφίες, αλλά κυρίως από τη λεπτομερή καταγραφή και μελέτη του αρχιτέκτονα Αναστάσιου Ορλάνδου, που πραγματοποιήθηκε στα μέσα του 20ου αιώνα, όταν ακόμη διατηρούνταν αρκετά από αυτά, όπως η οικία Θάνου και η οικία Ματσούκα. Η οικία Ζορμπά είναι το μόνο δείγμα που επιβεβαιώνει τις παλαιές μελέτες και τις φωτογραφίες.
Ο αρχιτεκτονικός τύπος της οικίας Ζορμπά , τον οποίο ακολουθούσαν και τα μη διασωθέντα αρχοντικά της πόλης, αποτελείται από το κατώγι (ισόγειο), το ανώγι (όροφο) και την ην αυλή (οβορός) ως αναπόσπαστο στοιχείο του. Το ισόγειο έχει λίθινη τοιχοδομή από μικρούς κανονικούς λίθους και χρησιμοποιούταν ως αποθήκη. Οι αποθηκευτικοί χώροι με τα μικρά σιδηρόφρακτα παράθυρα, οργώνονται δεξιά και αριστερά ενός πλακόστρωτου διαδρόμου (στενό) που οδηγούσε έξω στην ιδιαίτερα φροντισμένη αυλή. Απαραίτητα στοιχεία της αυλής ήταν το πηγάδι και η αλτάνα, ένας εξώστης με καλλωπιστικά φυτά. Ο όροφος, κατασκευασμένος από ξύλινο σκελετό και ξυλοπήχεις επιχρισμένους με κονίαμα (μπαγδατί), αποτελούσε τον χώρο κατοικίας της οικογένειας. Τα δωμάτια (οντάδες) πλούσια διακοσμημένα, με πολλά παράθυρα, διατάσσονται γύρω από στεγασμένο χώρο, ανοιχτό προς την αυλή (κρεββάτα) και είχαν καθορισμένη χρήση. Εκείνα που ήταν προς την αυλή λειτουργούσαν ως χώροι φιλοξενίας, στο βάθος ήταν οι χώροι του ύπνου για την οικογένεια, ενώ υπήρχε ένα καθιστικό και το «χειμωνιάτικο» με το τζάκι για τους χειμερινούς μήνες. Η άνοδος στον όροφο γινόταν από λίθινη αντιθετική κλίμακα (σε κάποιες περιπτώσεις υπήρχε μόνο ένα σκέλος).

Το 2019 η οικία Ζορμπά παραχωρήθηκε στον φωτογραφικό σύλλογο, Fotoart με την απόφαση 37/22-10-2019 του ΚΑΣ, ύστερα από εισήγηση της κ. Βαρβάρας Παπαδοπούλου, προϊσταμένης της Εφορείας Αρχαιοτήτων Άρτας. Έτσι, η παλαιά οικία μπήκε πάλι λειτουργικά στον οικοδομικό ιστό της πόλης και κατέστη πόλος έλξης καλλιτεχνικών δράσεων.

Τζαμί Φαϊκ Πασά (Ιμαρέτ)

«Ιμαρέτ – Στη σκιά του ρολογιού» έχει τίτλο το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου και αναφέρεται στο οθωμανικό μνημείο της Άρτας.
Το Τζαμί Φαΐκ Πασά, γνωστό και ως Ιμαρέτ είναι, μαζί με το Φεϋζούλ τζαμί, ένα από τα δύο σωζόμενα μουσουλμανικά τεμένη της Άρτας. Βρίσκεται δίπλα στις όχθες του ποταμού Αράχθου, στη θέση Μαράτι, κοντά στο χωριό Γραμμενίτσα, και απέχει περίπου 3 χλμ. από το ιστορικό γεφύρι της πόλης. Η ευρύτερη περιοχή γύρω από το Ιμαρέτ ονομαζόταν, παλαιότερα Τοπ – Αλτί, λέξη που περιέγραφε όλη την περιοχή που βρισκόταν εντός της ακτίνας βολής των κανονιών που είχαν τοποθετηθεί στο κάστρο.
Σύμφωνα με τον Αναστάσιο Ορλάνδο το χωριό Μαράτι πήρε το όνομά του από το Ιμαρέτ. Ο Φαΐκ-πασσάς, πρώτος διοικητής της Άρτας μετά την κατάληψή της, το 1449 θέλησε για την υστεροφημία του να κατασκευάσει το Ιμαρέτ (πτωχοκομείο) όπου κατέφευγε μεγάλος αριθμός φτωχών κατοίκων. Μαζί με το πτωχοκομείο ίδρυσε το τζαμί και ένα κτιριακό συγκρότημα που περιελάμβανε μεντρεσέ (εκπαιδευτήριο), χάνι και χαμάμ.
Το τζαμί, όπως και τα περισσότερα τεμένη του ελλαδικού και βαλκανικού χώρου ανήκει στον τύπο Α. Αποτελείται, δηλαδή από μία απλή μονόχωρη αίθουσα τετράγωνης κάτοψης, με μήκος πλευράς, 11,50 μ.. Στεγάζεται με τρούλο, φέρει στην είσοδο προστώο που στηρίζεται με κιονοστοιχία (ρεβάκ) και κυλινδρικό μιναρέ που υψώνεται σε τετράγωνη βάση, στη βόρεια πλευρά.
Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα, το τζαμί πιθανόν χτίστηκε πάνω στα ερείπια βυζαντινού ναού αφιερωμένου στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Το οικοδομικό υλικό για την κατασκευή του μεταφέρθηκαν από τον παλαιό βυζαντινό ναό της Παρηγορήτισσας της Νικόπολης, αλλά και από διάφορα αρχαία κτίσματα της Αμβρακίας. Ορισμένα από τα αρχιτεκτονικά μέλη του προστώου προέρχονται από το βυζαντινό ναό της Παναγιάς της Παντάνασσας, ο οποίος ιδρύθηκε στα μέσα του 13ου αιώνα από τον Μιχαήλ Β΄ Κομνηνό Δούκα.

Το τζαμί είχε στην κατοχή του, γεωργικές εκτάσεις στα χωριά Βίγλα και Μαρατιοί (τμήμα του σημερινού Πολυδρόσου Άρτας) και καρπωνόταν τα έσοδα από την εκμετάλλευσή τους. Πριν την κατάληψη της Άρτας από τους Οθωμανούς, οι συγκεκριμένες εκτάσεις ήταν ιδιοκτησία της μονής της Παναγίας της Ροδιάς. Ο αριθμός των εκτάσεων ήταν σημαντικός και ο Φαΐκ Πασάς, για να χρηματοδοτήσει το τζαμί, απέσπασε το μεγαλύτερο μέρος.
Σύμφωνα με προφορικές πληροφορίες που συνέλεξε τον 19ο αιώνα ο μητροπολίτης Άρτας, Σεραφείμ Ξενόπουλος, από κάποιον Οθωμανό κάτοικο της πόλης, ο Φαΐκ Πασάς ανέλαβε ο ίδιος τη θέση του ιμάμη στο τζαμί, αφού πρώτα αποσύρθηκε από το στρατιωτικό και πολιτικό του αξίωμα. Αυτό το έπραξε γιατί δεν έβρισκε κανέναν άξιο για το λειτούργημα αυτό μετά το θάνατο του προηγούμενου Ιμάμη που είχε διορίσει ο ίδιος. Παρέμεινε στη θέση αυτή 40 χρόνια, σύμφωνα πάντα με τον Σ. Ξενόπουλο, οπότε και πέθανε το έτος Εγίρας 905, δηλαδή το 1499. Η ημερομηνία αναγράφεται σε επιτύμβια πλάκα που βρέθηκε στην περιοχή, ένδειξη ότι είναι πιθανόν ο Φαΐκ πασάς να ενταφιάστηκε στο Ιμαρέτ. Με βάση αυτές τις πληροφορίες, ο μητροπολίτης Άρτας τοποθέτησε την κατασκευή του τζαμιού στο έτος 1455 (860 έτος Εγίρας), δηλαδή την εποχή που σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής. Μάλιστα, η μεγαλοπρέπεια του τζαμιού του Φαΐκ Πασάς ήταν τέτοια που, όπως αναφέρει ο Σ. Ξενόπουλος, ο σουλτάνος έδωσε εντολή να κατασκευαστεί ένα άλλο τέμενος μέσα του κάστρου της Άρτας και να αφιερωθεί στον ίδιο. Το τζαμί αυτό, όμως, σύμφωνα με άλλους μελετητές, κατασκευάστηκε αργότερα , γύρω στα 1492 – 1493, δηλαδή την εποχή που σουλτάνος ήταν ο Βαγιαζίτ Β΄.

Το τζαμί υπήρξε θέατρο μαχών κατά τη διάρκεια της Πολιορκίας της Άρτας. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, στις 14 Νοεμβρίου 1821 ο Μάρκος Μπότσαρης οχυρώθηκε στο τζαμί με 300 άντρες. Μαζί του, στο Μαράτι συντάχθηκαν αρκετοί οπλαρχηγοί, ανάμεσά τους και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Στις 15 Νοεμβρίου οι Τούρκοι ξεκίνησαν αδιάκοπο κανονιοβολισμό κατά του Μαρατιού προκαλώντας σημαντικές απώλειες στην ελληνική πλευρά και τρέποντας σε φυγή αρκετούς στρατιώτες. Ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κλείστηκαν στο τζαμί και απέκρουσαν τις επιθέσεις των Τούρκων μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε στα υψώματα του Μαρατιού, ο Νότης Μπότσαρης με 300 άντρες και όλοι μαζί απώθησαν τους Τούρκους προς την Άρτα. Ο Παναγιώτης Αραβαντινός επιβεβαιώνει τις μάχες που έλαβαν χώρα στο Μαράτι, αλλά υποστηρίζει ότι πρωταγωνιστής υπήρξε ο Ανδρέας Ίσκος και μετά την επέμβαση του Μάρκου Μπότσαρη, οι Τούρκοι τράπηκαν σε φυγή.
Το τζαμί αναφέρει στο έργο του ο William Martin Leake, περιηγητής του 19ου αιώνα, πληροφορώντας παράλληλα ότι στο Μαράτι υπήρχαν άφθονες φουντουκιές. Ο François Pouqueville, γάλος περιηγητής και διπλωμάτης (τέλη 18ου αρχές 19ου αιώνα) μας ενημερώνει για τον σημαντικό αριθμό από πορτοκαλιές, λεμονιές, ελαιόδεντρα, αλλά και καλαμώνες που κάλυπταν την περιοχή. Τέλος ο Σεραφείμ Ξενόπουλος παραδίδει ότι το 1884 στην περιοχή γύρω από το τζαμί κατοικούσαν περίπου 10 χριστιανικές οικογένειες και έξι με εφτά Οθωμανοί, οι οποίοι προσεύχονταν στο τέμενος.
Κατά τη διάρκεια του ατυχούς Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, η περιοχή γύρω από το τζαμί υπήρξε και πάλι πεδίο μαχών ανάμεσα στις ελληνικές δυνάμεις υπό την διοίκηση του Συνταγματάρχη Θρασύβουλου Μάνου και τις τουρκικές υπό τον Αχμέτ Χιφσί Πασά. Τον Μάιο του 1897, υπογράφτηκε στην περιοχή του Ιμαρέτ, η πρώτη ανακωχή στο μέτωπο της Ηπείρου και επισημοποιήθηκε στις 3 Ιουνίου στην Άρτα.
Μετά την απελευθέρωση της Άρτας, το τζαμί είχε μετατραπεί σε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο. Το 1938 με βασιλικό διάταγμα το τζαμί ανακηρύχθηκε σε διατηρητέο ιστορικό χώρο.

Φεϊζούλ Τζαμί

Το Φεϋζούλ Τζαμί βρίσκεται στην οδό Αράχθου και Κατσαντώνη, σε μικρή απόσταση από τον ναό της Αγίας Θεοδώρας, μια περιοχή που άνηκε στην συνοικία «Ελιγιασβέη». Το μνημείο πήρε το όνομά του από τον χορηγό της δαπάνης του έργου, κάποιο Οθωμανό με το όνομα «Φεϋζουλλάχ». Μαζί με το τζαμί του Φαΐκ Πασά είναι ένα από τα δύο σωζόμενα μουσουλμανικά τεμένη της Άρτας.
Όπως και το τζαμί του Φαΐκ Πασά, είναι χτισμένο στον τύπο Α, αρχιτεκτονική μορφή που έχουν όλα τα τεμένη του ελλαδικού χώρου. Είναι μονόχωρο με τετράγωνη κάτοψη, μήκους πλευράς, 6,40 μ. και είχε κυλινδρικό μιναρέ που σωζόταν ως το 1917. Σύμφωνα με τον μητροπολίτη Άρτας του 19ου αιώνα, Σεραφείμ Ξενόπουλο ή Βυζάντιο, το τζαμί οικοδομήθηκε πάνω στα ερείπια χριστιανικού ναού αφιερωμένου στην Αγία Κυριακή.
Ο χρόνος της ανέγερσής του δεν μπορεί να εξακριβωθεί. Θεωρείται πάντως ότι είναι σύγχρονο του τεμένους του Φαΐκ Πασά, του πρώτου διοικητή της Άρτας μετά την τουρκική κατάκτηση, οπότε θα πρέπει να τοποθετηθεί στον 15ο αιώνα. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι στο μνημείο είχε ταφεί ο σημαιοφόρος του Φαΐκ Πασά, Σουλεϊμάν Μουσταφά.
Τα έσοδα του τεμένους τα έπαιρνε ο Ιμάμης και ανερχόταν στα 1500 – 2000 γρόσια.
Στη διάρκεια των εχθροπραξιών που έλαβαν χώρα στην Ήπειρο στο πλαίσιο του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, καταστράφηκε τμήμα του μιναρέ. Επρόκειτο για μια επίδειξη δύναμης των ελληνικών δυνάμεων προς τις τουρκικές που είχαν στρατοπεδεύσει απέναντι από την πόλη. Το υπόλοιπο τμήμα του μιναρέ κατέρρευσε το 1917.
Έως το 1941, το τζαμί ήταν στην ιδιοκτησία του Οθωμανού Εμίν Μπέη. Το 1962 με υπουργική απόφαση το τέμενος κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος.