Ναός Μαξίμου του Γραικού

Ο Ι.Ν. του αγίου Μαξίμου του Γραικού εγκαινιάστηκε τον Ιούνιο του 2016 στην περιοχή Τρίγωνο της Άρτα. Πρόκειται για τον πρώτο ναό που ιδρύεται προς τιμή του αγίου στην γενέτειρά του. Έργο δαπανηρό και επιβλητικό, δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, έχει βαρύνουσα σημασία για την πόλη, καθώς ο άγιος Μάξιμος είναι από τις σημαντικότερες μορφές του 16ου αιώνα με φήμη που ξεπερνά τα στενά όρια της Ελλάδας. Προσωπικότητα φωτισμένη, σημάδεψε την πνευματική ζωή και την ορθόδοξη θεολογία. Γνωστός ως άγιος Μάξιμος ο Βατοπαιδινός, έχει χαρακτηριστεί «μεταρρυθμιστής των Ρώσων», ενώ οι ίδιοι οι Ρώσοι τον αποκαλούν Maksim Grek, δηλαδή Μάξιμος ο Γραικός.
Ο σύγχρονος του, Ρώσος καθηγητής της φιλοσοφίας, Μιχαήλ Γκρομόφ, γράφει γι’ αυτόν: «ως άξιος συνεχιστής του υψηλού ελληνικού πολιτισμού, ο άγιος Μάξιμος δικαιωματικά έγινε σοφός φιλόσοφος και διάσημος συγγραφέας της ρωσικής γης, που πρόσφερε τα μέγιστα στην εξέλιξη του πολιτισμού μας».
Η μνήμη του τιμάται στις 21 Ιανουαρίου, ενώ το λείψανο του που φυλάσσεται στην εκκλησία, τίθεται σε προσκύνηση από τους πιστούς.
Λίγα λόγια για τον βίο του Αγίου Μαξίμου του Βατοπεδινού ή Γραικού: Ο Άγιος Μάξιμος, ο κατά κόσμον, Μιχαήλ Τριβώλης γεννήθηκε στην Άρτα το 1470 μ.Χ. όπου είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του, Μανουήλ ερχόμενος από τη Σπάρτη-Μυστρά. Η μητέρα του λεγόταν Ειρήνη. Οι γονείς του αγίου Μαξίμου ήταν ευγενικής καταγωγής και ιδιαίτερα μορφωμένοι. Οι ρωσικές πηγές τους χαρακτηρίζουν «φιλοσόφους» που σημαίνει τους κατέχοντες ανώτερη μόρφωση, ενώ ο ίδιος ο άγιος τους χαρακτηρίζει «γνήσιους πιστούς».
Ο μικρός Μιχαήλ μαθήτευσε αρχικά δίπλα στους γονείς του και σε νεαρή ηλικία ταξίδεψε στην Κέρκυρα, στον λόγιο Δημήτριο Τριβώλη, αδερφό του πατέρα του. Εκεί συνέχισε την μόρφωσή του κοντά στον φιλόσοφο, Ιωάννη Μόσχο, μαθητή του Γεωργίου Πλήθωνα Γεμιστού και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ιταλία. Μαθήτευσε στην Ελληνική σχολή της Βενετίας και σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Πάδοβα, της Φλωρεντίας και του Μιλάνου όπου είχε επιφανείς Έλληνες δασκάλους, όπως ήταν ο Ιανός Λάσκαρης, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης κ.ά.
Εκάρη μοναχός το 1505-6 στο Άγιον Όρος και έλαβε το όνομα Μάξιμος. Η συνέχεια της ζωής του θα τον βρει στη Ρωσία όπου πήγε μετά από πρόσκληση του τσάρου, Βασιλείου Ιβάνοβιτς, το 1516. Αποστολή του ήταν να μεταφράσει διάφορα λειτουργικά και θεολογικά βιβλία στη σλαβωνική. Για 17 μήνες επιτελούσε επιτυχώς το μεταφραστικό του έργο. Η παραμονή του, όμως στη χώρα πήρε δραματική τροπή μετά τις συκοφαντικές κατηγορίες για αίρεση και μαγεία που εξαπέλυσε εναντίον του ο ηγούμενος της Μονής Βολοκαλάμσκ Δανιήλ. Ο Μάξιμος φυλακίστηκε για πολλά χρόνια υπέμεινε δεσμά, βασανιστήρια και εξορίες. Τελικά το 1551 μεταφέρθηκε στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου, όπου ο ηγούμενος τον περιέβαλε με πολλή αγάπη, εκτιμώντας το πνευματικό του έργο. Εδώ άφησε και την τελευταία του πνοή, στις 21 Ιανουαρίου του 1556.
Ο άγιος Μάξιμος συνέγραψε πολλά απολογητικά και ερμηνευτικά έργα. Αγιοκατατάχθηκε στις 31 Μαΐου 1988
Με το όνομα του αγίου ιδρύθηκε ορθόδοξο θεολογικό Ινστιτούτο στην Αθήνα, το οποίο δραστηριοποιείται στην έρευνα, καταγραφή, διάσωση, διάδοση, προβολή και ανάδειξη του Παγκόσμιου Ορθοδόξου Πνευματικού και Πολιτιστικού Πλούτου και Αποθέματος: Ινστιτούτου “Άγιος Μάξιμος ο Γραικός” Έρευνα διάσωση και προβολή πνευματικών και πολιτιστικών παραδόσεων.

Παραποτάμιο Πάρκο

Το Παραποτάμιο Μητροπολιτικό Πάρκο έχει έκταση 165, περίπου στρέμματα και βρίσκεται δίπλα στον ποταμό Άραχθο, στην ανατολική άκρη της πόλης, πίσω από την πλατεία Κρυστάλλη (σταθμός ΚΤΕΛ).
Η λίμνη γύρω από την οποία διαμορφώθηκε το πάρκο είναι τεχνητή. Η δημιουργία της αποφασίστηκε για να επιλυθούν προβλήματα άρδευσης και παροχής ηλεκτρικής ενέργειας σε συνάρτηση με την υποστήριξη του φράγματος Πουρναρίου, που κατασκευάστηκε το 1975 με σκοπό την αξιοποίηση υδάτινων πόρων του ποταμού Αράχθου. Έτσι, το 2000 η ΔΕΗ ανέλαβε να χρηματοδοτήσει και να διαμορφώσει τη λίμνη και το παραποτάμιο πάρκο ως χώρο ανάπλασης και αναψυχής. Στο έργο συνέβαλε αργότερα και ο Δήμος Αρταίων.
Σήμερα η λίμνη αποτελεί ένα μικρό οικοσύστημα που έχει μεταμορφώσει μια, πρώην άχαρη περιοχή στην πλευρά αυτή της πόλης. Δίπλα στο ποτάμι και γύρω από τα τη λίμνη το πάρκο αποκτά φυσικό κάλος, που τα δειλινά ενισχύεται με τα χρώματα και τις αντανακλάσεις τους στα νερά. Τα διάφορα είδη που διαβιούν στη λίμνη (το ψάρεμα απαγορεύεται) μαζί με τις χήνες στις όχθες της συνθέτουν ένα ζωντανό υδροβιότοπο και ένα ευχάριστο περιβάλλον για βόλτα και αναψυχή.
Στο Παραλίμνιο πάρκο συναντά κανείς ποικίλους επισκέπτες. Από ανέμελες παρέες ή πεζοπόρους , περιπατητές και ποδηλάτες, μέχρι, παιδιά που παίζουν ή ταΐζουν τις χήνες και ηλικιωμένους που κάνουν τη βόλτα τους απολαμβάνοντας τη γαλήνη. Δε λείπουν και εκείνοι που συνοδεύουν στον περίπατό τους το κατοικίδιο ζώο τους και άλλοι που με τη φωτογραφική τους μηχανή αποτυπώνουν εικόνες, εκμεταλλευόμενοι την όμορφη θέα της λίμνης και του ποταμού .
Στο χώρο του πάρκου έχουν πραγματοποιηθεί πολιτιστικές εκδηλώσεις και οικολογικές δράσεις. Για παράδειγμα το 2013 το πάρκο ήταν ο τόπος αφίξεως της ποδηλατοδρομίας που πραγματοποιήθηκε για την έναρξη του εφτάωρου μουσικού event «Urban Bike Music Festival». Το 2017 ο πολιτιστικός σύλλογος “Σκουφάς” σε συνεργασία με το Δήμο Αρταίων οργάνωσε στο πάρκο τον εορτασμό της Καθαράς Δευτέρας με τα Κούλουμα. Επίσης, στο Παραλίμνιο είχε πραγματοποιήσει εκδηλώσεις η μουσική παρέα “Krotal Arta”, μία ομάδα μουσικών που χρησιμοποιούν αποκλειστικά και μόνο κρουστά όργανα, δημιουργώντας πρωτότυπους και μοναδικούς ήχους.
Εκτός από τις εκδηλώσεις πολιτισμού στο πάρκο δραστηριοποιήθηκε , το 2014 η πανελλαδική εθελοντική οργάνωση «Let’s do it Greece» με τη συνεργασία του Δήμου Αρταίων και του Ερυθρού Σταυρού του τμήματος Άρτας, με στόχο την καθαριότητα του Παραλιμνίου. Έκτοτε μαζεύονται δεκάδες εθελοντές φροντίζοντας για την καθαριότητα της περιοχής.
Το Παραποτάμιο Πάρκο της Άρτας, παρόλο που επιδέχεται παραπέρα υποδομές, έχει τις προδιαγραφές ενός πάρκου αναψυχής σαν αυτά που συναντά κανείς στις πόλεις του κόσμου όπου οι κάτοικοι μπορούν να αποδράσουν για λίγο από το βουητό και τη ρουτίνα ή ακόμη να οργανώσουν ποικίλες εκδηλώσεις. Με αυτή τη έννοια, άλλωστε ονομάστηκε «Μητροπολιτικό».

Μικρό Θέατρο Αμβρακίας

«ἐν δέ Ἀμβρακία ἱερόν τε τῆς ἀυτής Θεοῡ (Αφροδίτης Αινειάδος) καί ἡρὧον Αἰνείου πλησίον τοῦ μικροῦ θεάτρου, ἐν ᾢ καί ξόανον μικρόν ἀρχαϊκόν Αινείου λεγόμενον»
Διονυσίου Αλικαρνασσέως, Ρωμαϊκή Aρχαιολογία 1.50.4.

Η σαφής αναφορά του Διονυσίου Αλικαρνασσέως τον 2ο μ.Χ. αιώνα για την ύπαρξη και τη θέση του μικρού θεάτρου της Αμβρακίας αποτέλεσε σημαντική πηγή για την ταύτισή του.
Έρευνα : Ανασκάφηκε για πρώτη φορά το 1976, μετά από ολιγόμηνη έρευνα σε οικόπεδο επί της οδού Αγ. Κωνσταντίνου και με αφορμή την εκσκαφή θεμελίων για την ανέγερση νέας οικοδομής. Οι ανασκαφικές εργασίες ξεκίνησαν εκ νέου το 2011 και συνεχίστηκαν στο πλαίσιο του ενταγμένου στο ΕΣΠΑ έργου «Εργασίες Ανάδειξης και Διαμόρφωσης του αρχαιολογικού χώρου του Μικρού Θεάτρου της αρχαίας Αμβρακίας» (2014-2020)
Θέση: Το μικρό θέατρο, είναι το μικρότερο σωζόμενο θέατρο στον ελλαδικό χώρο που γνωρίζουμε. Βρέθηκε κοντά στον Άγιο Κωνσταντίνο και εντάσσεται στο διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο της αρχαίας πόλης όπως φανερώνουν τα δημόσια κτήρια που εντοπίστηκαν στην γύρω περιοχή. Από τα σημαντικότητα είναι ο υστεροαρχαϊκός ναός του Απόλλωνα επί της οδού Βασιλέως Πύρρου, το Μεγάλο Θέατρο στην οδό Τσακάλωφ και το Πρυτανείο, που διατηρείται σε κατάχωση κάτω από την πλατεία και το ναό της Αγίας Θεοδώρας. Επιπλέον, στον περιβάλλοντα χώρο του θεάτρου εντοπίστηκε τμήμα του οικοδομικού ιστού της αρχαίας πόλης και πλακόστρωτη οδός.
Κατασκευή: Το θέατρο δεν κατασκευάσθηκε σε φυσικό ύψωμα όπως ήταν η συνήθεια, αλλά σε επιχωματωμένο πρανές πάνω στα κατάλοιπα λουτρικού συγκροτήματος με βοτσαλωτά ψηφιδωτά που χρονολογείται στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα. Ισχυρός αναλημματικός τοίχος στηρίζει και οριοθετεί το θέατρο στα ανατολικά του.
Από το μνημείο έχουν αποκαλυφθεί μέρος του κοίλου και των παρόδων, η ορχήστρα και το δυτικό τμήμα του στυλοβάτη του προσκηνίου.
Το κοίλο, κατασκευασμένο από καλής ποιότητας ασβεστόλιθο, το διατρέχουν ακτινωτά δύο κλίμακες που το διαιρούν σε τρεις κερκίδες με πέντε σειρές εδωλίων, ενώ είναι πιθανότατη η ύπαρξη άλλης μιας σειρά. Τα εδώλια ήταν λίθινα, ενώ είναι αξιοσημείωτη η απουσία προεδρίας, δηλαδή επισήμων θέσεων στην πρώτη σειρά. Στις δύο πλάγιες κερκίδες σώζονται τρεις σειρές εδωλίων και στη κεντρική τέσσερις.
Η ορχήστρα έχει σχήμα τέλειου κύκλου, με διάμετρο 6,70 μ.
Το προσκήνιο ήταν λίθινο κτίσμα μήκους 10 μ.. Την πρόσοψή του κοσμούσαν πιθανότατα έξι ιωνικοί ημικίονες, ενώ ένας πλακοσκεπής αγωγός ομβρίων υδάτων διέτρεχε όλο του το μήκος.

Χρονολόγηση: Σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά στοιχεία το μικρό θέατρο, χτίστηκε στα τέλη του 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ., κατά την περίοδο της βασιλείας του Πύρρου, δηλαδή κατά την περίοδο της ακμής της Αμβρακίας, όταν η πόλη γίνεται πρωτεύουσα του βασιλείου.
Το μεγάλο θέατρο: Το μεγάλο θέατρο της Αμβρακίας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Δεν είναι, όμως δυνατό να αποκαλυφθεί και τα στοιχεία που γνωρίζουμε γι’ αυτό είναι ελάχιστα. Η θέση του έχει εντοπιστεί μέσα στον αστικό ιστό της Άρτας, αλλά δυστυχώς η γειτνίασή του με τα σύγχρονα οικοδομήματα δεν αφήνει κανένα περιθώριο για περαιτέρω εξερεύνηση.

Δυτική Νεκρόπολη Αρχαίας Αμβρακίας

Η πόλη: Η Αμβρακία ιδρύθηκε ως αποικία των Κορινθίων το 625 π.Χ. στην εύφορη πεδιάδα που ορίζεται από τα βόρεια πρανή του λόφου της Περάνθης και τον πλωτό ποταμό Άραχθο που την περιτρέχει στο μεγαλύτερο μέρος της. Τη φυσική οχύρωση ενίσχυαν τα τείχη της που υπολογίζονται σε 4.5χλμ, μήκος. Εκτός από τον πλούτο της γης της, η πόλη κατείχε προνομιακή γεωγραφική θέση, καθώς βρισκόταν κοντά στην θάλασσα του Αμβρακικού και στην μόνη διέξοδο της Ηπείρου προς το Νότο. Στο εσωτερικό των τειχών, ο γεωμετρικός πολεοδομικός ιστός διαμόρφωνε μεγάλες οικιστικές νησίδες, διαστάσεων 150Χ30 μέτρων που χωρίζονταν από ευρείς οδικούς άξονες πλάτους, έως 5 μέτρων. Προς τα βορειοδυτικά αναπτύσσονταν οι δημόσιοι χώροι με την αγορά και τους ναούς. Η αρχαία πόλη εντοπίζεται κάτω από τη σημερινή πόλη της Άρτας και καταλαμβάνει το ήμισυ της έκτασής της.
Η δυτική νεκρόπολη και η ιερά οδός: Έξω από τα τείχη της Αμβρακίας, στις ανατολικές και δυτικές παρυφές του λόφου της Περάνθης εκτείνονταν οι δύο νεκροπόλεις που βρίσκονταν σε συνεχή χρήση από την εποχή της ίδρυσης της πόλης μέχρι την παρακμή της. Μεγαλύτερο και εντυπωσιακότερο ήταν το δυτικό νεκροταφείο που ήταν οργανωμένο κατά μήκος της ιεράς οδούς. Η ταφική αυτή λεωφόρος, πλάτους 10-12μ οδηγούσε από την νότια πύλη της οχύρωσης στον Άμβρακο, το επίνειο της πόλης στον Αμβρακικό κόλπο. Στο ανατολικό τμήμα της ήταν πλακόστρωτη με υπερυψωμένο πεζοδρόμιο και στο δυτικό στρωμένη με αδρανή υλικά, όπως χαλίκι, λατύπη και τριμμένο κεραμίδι. Ως σήμερα έχει αποκαλυφθεί τμήμα της κοντά στο Εθνικό Στάδιο, μήκους 300μ.
Την ιερά οδό πλαισίωναν μνημειακοί ταφικοί περίβολοι και ταφές σε διάφορα επίπεδα. Συνηθέστερος τρόπος ταφής ήταν ο ενταφιασμός σε απλό λάκκο ή κιβωτιόσχημο τάφο κατασκευασμένο από ασβεστολιθικές πλάκες. Οι κιβωτιόσχημοι τάφοι συχνά ήταν οικογενειακοί, ενώ συχνή ήταν η καύση του νεκρού. Τα τεφροδόχα αγγεία όπου κατέληγαν τα λείψανα από τις καύσεις τοποθετούνταν σε τετράγωνες ταφικές θήκες ή θάβοντας σε τάφους λακκοειδείς ή κιβωτιόσχημους. Οι νεκροί συνοδεύονταν από κτερίσματα και τους τάφους σήμαιναν επιτύμβιες στήλες όπου αναγράφεται το όνομά τους. Οι ενεπίγραφες αυτές ταφικές στήλες από εγχώριο ασβεστόλιθο αποτελούν μοναδικό σύνολο για τα δεδομένα της Ηπείρου. Χαρακτηριστικό τους είναι η λιτή πλαστική διακόσμηση που περιορίζεται σε κλάδους κισσού, ελιάς ή βελανιδιάς και η συχνή αναγραφή του πατρώνυμου δίπλα από το όνομα του νεκρού. Σπάνια σημειώνεται το εθνικό, το επάγγελμα ή η επίκληση «ΧΑΙΡΕ». Οι επιτύμβιες στήλες της Αμβρακίας κατασκευάζονται μεταξύ 500 και 200 π.Χ από ντόπιους τεχνίτες.
Πολυάνδριο: Από τα σημαντικότερα μνημεία της δυτικής νεκρόπολης είναι το λεγόμενο Πολυάνδριο, ένα κενοτάφιο κοντά στην πύλη της πόλης που διασώζει στην επιγραφή της πρόσοψής του της αρχαιότερη αναφορά στο όνομα της Αμβρακίας.

Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτας

Το 1973 ιδρύθηκε η Αρχαιολογική Συλλογή Άρτας που στεγάστηκε στην ανακαινισμένη Τράπεζα της Μονής Παρηγορήτισσας. Η συλλογή αυτή περιελάμβανε ευρήματα από την Άρτα και την ευρύτερη περιοχή. Ωστόσο, ο τεράστιος όγκος των κινητών ευρημάτων από τις σωστικές ανασκαφικές έρευνες των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα κατέστησε επιτακτική την ανάγκη ίδρυσης Αρχαιολογικού Μουσείου στην πόλη, τόσο για την παρουσίαση – έκθεση των σημαντικότερων από αυτά, όσο και για την ασφαλή φύλαξη των υπολοίπων. Έτσι, το 2009 λειτούργησε το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτας που βρίσκεται κοντά στον ποταμό Άραχθο και το ιστορικό γεφύρι.
Η οργάνωση της μόνιμης έκθεσης του μουσείου βασίστηκε σε σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις που προβάλλουν την καθημερινότητα και τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας της αρχαίας πόλης. Η μουσειακή αφήγηση σκιαγραφεί την ιστορική διαδρομή της Αμβρακίας μέσω τριών κύριων ενοτήτων. Η πρώτη ενότητα είναι αφιερωμένη στο δημόσιο βίο, η δεύτερη, στα ταφικά έθιμα και η τρίτη, την ιδιωτική ζωή. Τέλος, υπάρχουν άλλες δύο μικρότερες ενότητες, η «εισαγωγή στην έκθεση» με ευρήματα των προϊστορικών και πρώιμων χρόνων και «το τέλος της Αμβρακίας» με ευρήματα σχετικά με την τελευταία εποχή της κορινθιακής αποικίας.

Ναός Αγίου Βασιλείου

Ο βυζαντινός Ναός του Αγίου Βασιλείου της Γέφυρας βρίσκεται στο Τοπ Αλτί, τοπωνύμιο που σημαίνει την περιοχή που βρισκόταν εντός της ακτίνας βολής των κανονιών που είχαν τοποθετηθεί στο κάστρο. Έλαβε το προσωνύμιο «Γέφυρας» γιατί απέχει, μόλις 1 χιλιόμετρο από το ιστορικό γεφύρι και για να διακρίνεται από τον άγια Βασίλειο Αγοράς.
Η πρώτη γραπτή αναφορά στο μνημείο προέρχεται από τον Σεραφείμ Ξενόπουλο ή Βυζάντιο, μητροπολίτη Άρτας τον 19ο αιώνα. Αναφέρεται ότι ο εκκλησία του αγίου Βασιλείου Γέφυρας ήταν, αρχικά το καθολικό μοναστηριού το οποίο ανακαινίστηκε το 1632 από τον ιερομόναχο, Θεόκλητο. Το 1821 λειτούργησε ως ενοριακός ναός, ενώ το 1852 δέχτηκε επεμβάσεις από Αρτινό κάτοικο, τον Δ. Βλάχο. Χτισμένος πάνω στην όχθη του Άραχθου, ο ναός ήταν ευάλωτος στις φθορές και κάποιες φορές επιχωνόταν από τις πλημμύρες του ποταμού. Τον 20ο αιώνα ήταν καταχωμένος σε βάθος έως 2 μέτρα. Ο αρχαιολόγος Π. Βοκοτόπουλος πραγματοποίησε εργασίες ανασκαφής και αποχωμάτωσης το 1969-1970, μελέτησε το μνημείο και το χρονολόγησε στα στο β΄ μισό του 9ου αιώνα διορθώνοντας την αρχική του χρονολογική τοποθέτηση στον 15ο αιώνα. Ο ναός αποτελεί ένα από τα πρώιμα μνημεία των μεσοβυζαντινών χρόνων που ανάγεται στην εποχή πριν την ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου, μαζί με την Παναγία Κορωνησίας, την αγία Παρασκευή του Δράκου, την πρώτη φάση του ναού της αγίας Θεοδώρας κ.ά.

Αρχιτεκτονικά στοιχεία: Ο ναός έχει χτιστεί στον τύπο του ελεύθερου σταυρού όπως και η μεταγενέστερή του εκκλησία της αγίας Παρασκευής του Δράκου. Στο σημείο που συναντώνται οι κεραίες του σταυρού υψώνεται επιβλητικός, κυλινδρικός τρούλος με κωνική στέγη. Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Γ. Βελένη το επάνω τμήμα του τρούλου είναι αποτέλεσμα μεταγενέστερης επέμβασης. Έτσι εξηγείται και το, κάπως δυσανάλογο μέγεθός του σε σχέση με το ναό. Η κάτοψη του μνημείου συμπληρώνεται με τον τετράγωνο νάρθηκα, στα δυτικά που προεκτείνει την κάθετη κεραία του σταυρού. Ο νάρθηκας χωρίζεται από τον κυρίως ναό με δύο παραστάδες. Η αψίδα του ιερού είναι κυκλική και φέρει τρίλοβο παράθυρο. Οι καμάρες που διαμορφώνουν τις οροφές καλύπτονται εξωτερικά με δίριχτες στέγες για το βόρειο και νότιο σκέλος και με μονόριχτη, για το δυτικό τμήμα του κυρίως ναού και το νάρθηκα. Η είσοδος στην εκκλησία γίνεται από τη δυτική πλευρά, ενώ το λίθινο δάπεδο κατασκευάστηκε το 1969. Κατά τις ανασκαφικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν ήρθαν στο φως κιβωτιόσχημοι τάφοι στο βόρειο, το νότιο και το δυτικό σκέλος του σταυρού. Νεότερη κατασκευή αποτελεί και η Αγία Τράπεζα.

Εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομή αποτελείται από ακανόνιστους λίθους με κομμάτια πλίνθων ή κεραμιδιών να παρεμβάλλονται ανάμεσά τους, κυρίως σε οριζόντια διάταξη. Την τοιχοποιία κοσμεί κεραμοπλαστικός διάκοσμος που παρατηρείται στον τρούλο και στην ανατολικής αψίδας. Συγκεκριμένα, τα αψιδωτά παράθυρα του τρούλου ορίζονται περιμετρικά με πλίνθινα τόξα που, με τη σειρά τους περιβάλλονται με οδοντωτή ταινία. Λίγο ψηλότερα περιτρέχει τον τρούλο ζώνη αποτελούμενη από διαγώνιες πλίνθους, ενώ οδοντωτή ταινία κοσμεί το παράθυρο της αψίδας.

Ζωγραφικός διάκοσμος: Μετά την αποχωμάτωση του ναού το 1969-1971 αποκαλύφθηκαν τέσσερις στρώσεις τοιχογραφιών που φιλοτεχνήθηκαν σε διαφορετικές εποχές. Σύμφωνα με την έρευνα, ο πρώτος ναός ήταν άγραφος. Τοιχογραφήθηκε για πρώτη φορά στο β΄ μισό του 13ου αιώνα και αφού είχε μεσολαβήσει η πρώτη του κατάχωση. Η πρώτη αυτή διακοσμητική φάση παρουσιάζει ισχυρή φθορά, διασώζει ωστόσο μεγάλο τμήμα της. Σ’ αυτήν ανήκουν οι τοιχογραφίες του ιερού με κυρίαρχη την μορφή της Παναγίας Πλατυτέρας πλαισιωμένης από δύο αγγέλους. Εντοπίζονται, επίσης οι μορφές ενός αγίου, δύο ιεραρχών και ισάριθμων διακόνων στον τοίχου του τρίλοβου παραθύρου. Αναγνωρίζεται ο πρωτομάρτυρας Στέφανος, στα αριστερά. Άλλα θέματα που διασώζονται είναι ολόσωμοι μετωπικοί άγιοι, όπως ο Παντελεήμων, ο Κοσμάς και Δαμιανός κ.ά. Η δεύτερη φάση τοποθετείται στον 16ο αιώνα και σ΄ αυτήν ανήκει μνημειακή, ολόσωμη μορφή του αγίου Βασιλείου που ευλογεί. Οι δύο νεώτερες φάσεις χρονολογούνται μετά τον 17 αιώνα. Περιλαμβάνουν παραστάσεις όπως οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη, η βάπτιση του Χριστού και μορφές αγίων, ολόσωμες και έφιππες.

Ναός Παναγίας Παντάνασσας

Η Παναγία Παντάνασσα βρίσκεται στο βορειότερο άκρο του νομού Άρτας, κοντά στη λίμνη Ζηρού και πάνω στην παλαιά εθνική οδό Ιωαννίνων-Πρεβέζης. Απέχει 17 χιλ. από την Άρτα και 5 χιλ. από τη Φιλιππιάδα.
Μεσοβυζαντινό μνημείο, της ακμής του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ήταν ένα από τα δύο μοναστήρια που ίδρυσε ο δεσπότης Μιχαήλ Β΄ Κομνηνός, σε ένδειξη μεταμέλειας για τον έκλυτο βίο που διήγε και την άσχημη συμπεριφορά του απέναντι στην σύζυγό του, μετέπειτα αγία Θεοδώρα. Αυτή είναι η πληροφορία που παραδίδεται από τον μοναχό Ιώβ Μελία (13ος), βιογράφο της αγίας Θεοδώρα.
Το καθολικό της μονής Παντάνασσας υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ναούς του Δεσποτάτου. Οικοδομήθηκε στα μέσα του 13ου αιώνα από τον Μιχαήλ Β΄, ενώ στα τέλη του αιώνα, προστέθηκε το περίστωο που περιβάλλει το ναό, πιθανότατα από το γιο του, Νικηφόρος Α’. Φαίνεται, όμως ότι το μοναστικό συγκρότημα υπέκυψε από νωρίς στην καταστροφική δράση των φυσικών φαινομένων. Τον 15ο αιώνα το καθολικό είχε υποστεί, ήδη σημαντικές ζημιές. Στους επόμενους αιώνες η μονή οδηγήθηκε στην εγκατάλειψη. Μάλιστα ο μητροπολίτης Άρτας, Σεραφείμ Ξενόπουλος (β’ μισού19ου αιώνα) θεωρεί ότι το μοναστήρι καταστράφηκε το 1692. Το 1820 ο Άγγλος περιηγητής, Thomas Hughes γράφει στο βιβλίο του «Travels in Sicily, Greece and Albania» ότι στην περιοχή υπάρχουν ερείπια ναού κάτω από ψηλά δέντρα και ότι οι τοίχοι του σώζονται σε μεγάλο ύψος. Το 1836, το κτιριακά κατάλοιπα τράβηξαν την προσοχή του ηγούμενου της μονής Προδρόμου, Παρθένιου ο οποίο επισκεύασε το μικρό παρεκκλήσι του αγίου Βασιλείου, στη νότια πλευρά του καθολικού. Αυτός είναι και ο λόγος που το μικρό ναΰδριο διασώθηκε στα νεώτερα χρόνια, διατηρώντας ικανοποιητικά στοιχεία για την αποκατάσταση του τρούλου του, που πραγματοποιήθηκε υπό τον καθηγητή Π. Βοκοτόπουλο.
Τα ερείπια του μοναστηριού ταύτισε για πρώτη φορά με την Παναγία Παντάνασσα, ο μητροπολίτης Άρτας, Σεραφείμ Ξενόπουλος, ο Βυζάντιος στα τέλη του 19ου αιώνα. Ως το 1970, παρέμεναν εγκαταλελειμμένα, επιχωμένα και καλυμμένα από πυκνή βλάστηση. Το 1971 ο Π. Βοκοτόπουλος ξεκίνησε εκτεταμένες εργασίες ανασκαφής και μελέτης του καθολικού που διήρκησαν χρόνια. Εκτός από πλήθος κινητών ευρημάτων, αποκαλύφθηκαν σημαντικά στοιχεία για την μορφολογία του ναού που ανασκεύασαν την αρχική εντύπωση για τον αρχιτεκτονικό τύπο που αντιπροσωπεύει. Επιστέγασμα των εργασιών αυτών ήταν η αποκατάσταση του τρούλου του παρεκκλησίου με τον κεραμοπλαστικό διάκοσμο της τοιχοποιίας του.
Σήμερα τα ερείπια του ναού της Παντάνασσας δεν επιτρέπουν στον επισκέπτη να ανασύνθεσή του. Αμυδρά υποδηλώνεται το αρχικό μεγαλείο του μεγάλου κτίσματος και σίγουρα το μικρό παρεκκλήσι του αγίου Βασιλείου είναι μάρτυρας της πρώτης, επιβλητικής του εικόνας.

Αρχιτεκτονική: Σύμφωνα με τον Π. Βοκοτόπουλο το καθολικό του μοναστηριού της Παναγίας Παντάνασσας, με συνολικές διαστάσεις κάτοψης 27,30Χ15μ, περίπου, ανήκει σε σπάνια παραλλαγή του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με σαφείς επιδράσεις από την αρχιτεκτονική της Κωνσταντινούπολης.
Πέντε συνολικά τρούλοι διαμορφώνονταν στις οροφές του. Ο μεγάλος, κεντρικός τρούλος υψωνόταν στο σημείο που συναντιόνταν οι κεραίες του σταυρού. Οι κίονες που τον στήριζαν στο εσωτερικό ήταν ανάλογου μεγέθους. Τρεις από τις βάσεις αυτών των κιόνων βρέθηκαν στις ανασκαφικές εργασίες. Οι άλλοι τέσσερις τρούλοι, γύρω από τον κεντρικό, ήταν μικρότεροι και κάλυπταν τους γωνιαίους χώρους.
Το ιερό ήταν τριμερές, είχε δηλαδή αυτόνομους χώρους που ορίζονταν με κάθετους τοίχους και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με θυραία ανοίγματα. Στα ανατολικά διαμορφώνονταν τρεις κόγχες.
Στα δυτικά του καθολικού, ο νάρθηκας είχε τρία θυραία ανοίγματα για να επικοινωνεί με τον κυρίως ναό και δύο εισόδους, μία στη βόρεια και μία στη νότια πλευρά. Τον ναό περιέβαλε το περίστωο, πιθανό έργο του Νικηφόρου Α’ και της συζύγου του Άννας Παλαιολογίνας. Η μεγάλη στοά σε σχήμα Π περιέτρεχε όλες τις πλευρές του καθολικού. Στα ανατολικά της άκρα διαμορφωνόταν δύο τρουλαία παρεκκλήσια. Το βόρειο δεν είναι γνωστό που ήταν αφιερωμένο. Το νότιο του αγίου Βασιλείου έχει διασωθεί ως σήμερα. Το περίστωο στηριζόταν σε διπλή κιονοστοιχία, στη νότια και δυτική πλευρά και σε πεσσούς, στη βόρεια.

Επιγραφές: Σε έναν από τους δύο κίονες που αναστηλώθηκαν από τη δυτική πλευρά του περιστώου διακρίνονται δύο επιγραφές: Η μία «Ιω(άννης) Δεσπότ(ης)/ Σπάτας» αναφέρεται στον Αλαβανό, Γκίνη (Ιωάννη) Μπούα Σπάτα που υπήρξε δεσπότης της Άρτας μεταξύ 1374 και 1399. Η δεύτερη βρίσκεται στα αριστερά της: «Κ(ύρι)ε Ι(ησο)ύ Χ(ριστ)έ Υιέ Θ(ε)ού».
Σε άλλη επιγραφή στον βορειοδυτικό κίονα υπάρχει χαραγμένο το όνομα: «ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΟΥΝΙΛασ».
Τέλος, σε πλίνθινη πλάκα, που βρέθηκε στις ανασκαφικές εργασίες, πιθανότατα προερχόμενη από το περίστωο υπάρχει εγχάρακτο το όνομα του Νικηφόρου Α’.
Τοιχοποιία και εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομία του ναού ακολουθούσε, στο μεγαλύτερο μέρος, το πλινθοπερίκλειστο βυζαντινό σύστημα, δηλαδή λίθοι που περιβάλλονται από μία ή δύο σειρές πλίνθων. Οι εξωτερικοί τοίχοι του καθολικού κοσμούταν από τρεις σειρές αψιδωμάτων, σαφές στοιχείο επιδράσεις της αρχιτεκτονικής της Κωνσταντινούπολης. Από τις πλίνθους που αποκαλύφθηκαν στην ανασκαφή ανακαλούνται στοιχεία του πλούσιου κεραμοπλαστικού διακόσμου, όπως αβακωτές ζωφόροι, οδοντωτές ταινίες κά.

Γλυπτός διάκοσμος: Τα πλούσια ευρήματα της ανασκαφικής έρευνας αποκάλυψαν ένα ενδιαφέρον σύνολο γλυπτού διακόσμου από το εσωτερικό του ναού που χαρακτηρίζεται από ποιότητα και ποικιλία.
Αρχικά είναι τα κιονόκρανα (λιγοστά βρέθηκαν ολόκληρα) από τον κυρίως ναό και το περίστωο που προέρχονται από παλαιοχριστιανικά και αρχαία κτήρια. Αξιοσημείωτα είναι τα ίχνη επιχρύσωσης που διασώζονται σε αρκετά τμήματα, ενώ παρατηρούνται πολλές ομοιότητες με τα κιονόκρανα της αγίας Θεοδώρας, στην Άρτα.
Μια άλλη κατηγορία γλυπτών αποτελεί η μαρμάρινη διακόσμηση των πυλώνων στις εισόδους του ναού, έντονα επηρεασμένη από την ρωμανική, μεσαιωνική τέχνη της Ευρώπης.
Τέλος, στη βυζαντινή τεχνοτροπία κατατάσσονται τα ανάγλυφα που προέρχονται, κυρίως από το τέμπλο και τα προσκυνητάρια του ναού.

Τοιχογραφίες: Από τις τοιχογραφίες του ναού σήμερα σώζονται μόνο λιγοστά σπαράγματα. Αναγνωρίζονται συλλειτουργούντες ιεράρχες στο βόρειο και νότιο τοίχο, ολόσωμοι άγιοι με ειλητάρια (περγαμηνές) και ζώνη με γεωμετρικό διάκοσμο.
Ξεχωριστή και με ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον είναι η παράσταση της Παναγίας με τον Χριστό μπροστά στο στήθος που στέφει ζεύγος ηγεμόνων με δύο παιδιά. Η επιγραφή ενημερώνει ότι πρόκειται για τον δεσπότη Νικηφόρο Α (1269-1296), την σύζυγό του Άννα και τα δύο τους παιδιά.
Το καθολικό έφερε τοιχογραφίες και στους εξωτερικούς τοίχους όπως δείχνουν λιγοστά ίχνη.

Η περιοχή της Παντάνασσας χρησιμοποιήθηκε μετά την ερήμωση του καθολικού ως κοιμητήριο όπως αποδεικνύουν αρκετές ταφές γύρω από το ναό. Παλαιότερα είχε βρεθεί κοντά στη μονή μεγάλος παλαιοχριστιανικός άμβωνας (σήμερα στην Αρχαιολογική Συλλογή της Παρηγορίτισσας). Δεν μπορούμε, όμως να γνωρίζουμε, ούτε από ποια εκκλησία προέρχεται, ούτε αν χρησιμοποιήθηκε στην μονή.

Ναός Αγίας Παρασκευή του Δράκου

Ο Ναός της Αγίας Παρασκευής του Δράκου βρίσκεται 11 χιλιόμετρα βόρεια της Άρτας, πάνω από τον συνοικισμό Αμπέλια Αμμοτόπου και 2 χιλιόμετρα, περίπου βορειανατολικά της επαρχιακής οδού Άρτας-Χανόπουλου- Αμμότοπου. Απομονωμένος στη νότια περιοχή του Ξηροβουνίου, πάνω στις ομαλές πλαγιές της Γκελπερίνας, συνδέει την ίδρυσή του με την παρακείμενη σπηλιά ή δρακότρυπα όπως την ονομάζουν οι ντόπιοι.

Ο θρύλος της ανέγερσης του ναού, αλλά και η προσωνυμία «του δράκου», βασίζεται στο γνωστό και ιδιαίτερα δημοφιλές θέμα της δρακοφονίας που συμβολίζει τη νίκη πάνω στο Κακό και σχετίζεται, κυρίως με τον άγιο Γεώργιο.

Σύμφωνα με την λαϊκή παράδοση στη σπηλιά κατοικούσε ένας δράκος που, μια φορά το χρόνο εμφανιζόταν στο πανηγύρι του χωριού και άρπαζε την πιο όμορφη κόρη. Οι κάτοικοι παρακάλεσαν την αγία Παρασκευή να τους απαλλάξει από το κακό κι έτσι η αγία συγκρούστηκε με το τέρας και το σκότωσε. Προς τιμή της οι κάτοικοι ανήγειραν το εκκλησάκι.

Η σπηλιά: Εντυπωσιακή για το μέγεθος και τα βραχώδη εξάρματα, η σπηλιά έχει άνοιγμα 4Χ4 μέτρα και είναι έως 30 μέτρα βαθιά. Η πρόσβαση στο εσωτερικό της γίνεται από τα βόρεια του ναού της αγίας Παρασκευής όπου μια απότομη σκάλα οδηγεί στην υπόγεια αίθουσα του σπηλαίου. Τα θεμέλια κτίσματος, πιθανόν παρεκκλησίου, που βρέθηκαν στην υπόγεια αυτή αίθουσα, υποδηλώνουν ότι το βάραθρο αποτελούσε χώρο λατρείας και από τα παλαιότερα χρόνια όπως συμβαίνει και σήμερα. Δίπλα από τα κτιστά κατάλοιπα διαμορφώνεται πηγάδι όπου, συμφώνα με τους κατοίκους στάζει νερό από τους σταλακτίτες την ημέρα της γιορτής της αγίας, στις 26 Ιουλίου. Στο δεξί τμήμα του σπηλαίου υπάρχει επιμήκης χώρος που ως σήμερα παραμένει ανεξερεύνητος.

Ιστορία – Μελέτες: Γραπτές μαρτυρίες για το ναό και τη σπηλιά δεν υπάρχουν. Στα χρόνια της επανάστασης του 1821, η εκκλησία πυρπολήθηκε. Τμήματα του τοίχου και του τρούλου ανακατασκευάστηκαν τον περασμένο αιώνα. Την αρχιτεκτονική του μνημείου μελέτησε πρώτος ο αρχαιολόγος, Π. Βοκοτόπουλος ο οποίος χρονολόγησε το εκκλησάκι, σύμφωνα με τα μορφολογικά του στοιχεία, στο β’ μισό του 11ου αιώνα.

Αρχιτεκτονική: Ο ναός, διαστάσεων 10,85Χ6,70μ., ανήκει στον τύπο του ελεύθερου σταυρού. Έχει ψηλό, κυλινδρικό τρούλο και τετράγωνο νάρθηκα στα δυτικά που προεκτείνει την κάθετη κεραία του σταυρού. Στα ανατολικά καταλήγει σε ημικυκλική αψίδα. Η είσοδος γινόταν από πέντε θυραία ανοίγματα. Δύο στον κυρίως ναό, στη βόρεια και νότια πλευρά και από ένα στις τρεις πλευρές του νάρθηκα (βόρεια, νότια, δυτική). Σήμερα βρίσκονται σε χρήση μόνο οι είσοδοι από τη βόρεια και δυτική πλευρά του νάρθηκα. Οι υπόλοιπες είναι χτισμένες. Στον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο ανήκει ο αρχαιότερος ναός του αγίου Βασιλείου Γέφυρας.

Εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομή αποτελείται από ακανόνιστους λίθους και η στέγη από γκρίζες σχιστόπλακες. Ο εξωτερικός διάκοσμος αποτελείται από οδοντωτή ταινία που ορίζει περιμετρικά το τύμπανο και τα παράθυρα του τρούλο. Ίδια ταινία φαίνεται ότι περιέτρεχε ολόκληρο το μνημείο όπως μαρτυρούν σχετικά κατάλοιπα στους τοίχους του ναού.

Εσωτερικός διάκοσμος: Εσωτερικά ο ναός καλύπτεται από καμάρες, ενώ διαμορφώνονται τέσσερις κόγχες στο πάχος του τοίχου στη βόρεια και νότια πλευρά (εγκάρσια κεραία του σταυρού). Οι επιφάνειες των τοίχων στο εσωτερικό είναι επιχρισμένες και δεν φαίνεται να υπήρχαν τοιχογραφίες, ενώ το ξύλινο τέμπλο τοποθετήθηκε, ίσως τον 19ο αιώνα.

Παρά την έλλειψη ζωγραφικού διακόσμου το μνημείο έχει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς ανήκει στην μεσοβυζαντινή περίοδο. Μαζί με τον άγιο Δημήτριο Κατσούρη, τον άγιο Βασίλειο Γέφυρας και την Παναγία Κορωνησίας, αποτελεί δείγμα αρχιτεκτονικής της εποχής πριν την ίδρυση Δεσποτάτου της Ηπείρου.

Ο Ναός της αγίας Παρασκευής του δράκου έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Ναός Αγίου Νικολάου της Ροδιάς

Ο βυζαντινός ναός του Αγίου Νικολάου της Ροδιάς βρίσκεται 4 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη της Άρτας, στο χωριό Κιρκιζάτες. Η προσωνυμία «της Ροδιάς» παρέμεινε από την εποχή που υπαγόταν ως μετόχι στο μοναστήρι της Παναγίας Ροδιάς ή Ρόδον το Αμάραντον, που βρίσκεται κοντά στο χωριό, Βίγλα.
Έρευνα και χρονολόγηση: Οι ιστορικές μαρτυρίες για το μνημείο είναι πενιχρές με την παλαιότερη αναφορά να εντοπίζεται το 1884, στο έργο «Δοκίμιον ιστορικόν περί ‘Aρτης και Πρεβέζης» του Σεραφείμ Ξενόπουλου, μητροπολίτη Άρτας κατά τον 19ο αιώνα. Από τα δεδομένα της έρευνα, η ίδρυση του ναού ανάγεται στις αρχές του 13ου αιώνα και σύμφωνα με τις ανασκαφικές εργασίες θεμελιώθηκε πάνω σε αρχαιότερο ναό του 9ου ή 10ου αιώνα, όπως συμβαίνει με πολλά άλλα μνημεία στην περιοχή.
Μέχρι το 1959, το μνημείο ήταν επιχωμένο στο μεγαλύτερο τμήμα του, γεγονός που συνετέλεσε στην διατήρησή του. Με το ναό ασχολήθηκε διεξοδικά ο αρχιτέκτονας, Αναστάσιος Ορλάνδος, ο οποίος απέδωσε την πρώτη σχεδιαστική αναπαράσταση το 1936 και μετά την αποχωμάτωσή του προχώρησε στις αναστηλωτικές εργασίες. Νεώτερη ανασκαφική έρευνα το 2020 εξωτερικά του μνημείου απέδειξε ότι ο χώρος μεταξύ ναού και του περιστώου χρησίμευσε ως χώρος ταφής.

Αρχιτεκτονική: Χωρίς να έχει επιβλητικό όγκο, ούτε περίτεχνη εξωτερική διακόσμηση, ο ναός αγίου Νικολάου της Ροδιάς, αποπνέει γραφικότητα εξαιτίας του μικρού του μέγεθος και των επιμέρους αρχιτεκτονικών όγκων του. Το μνημείο έχει διαστάσεις κάτοψης 5,25Χ5,67μ. και είναι κατασκευασμένο στον τύπο δικιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Ο τύπος είναι γνωστός σε μνημεία της Άρτας, όπως, για παράδειγμα η Κόκκινη Εκκλησιά.
Το ιερό είναι τριμερές (χωρίζεται, δηλαδή με τοίχους που φέρουν τοξωτά θυραία ανοίγματα για την επικοινωνία των τριών χώρων). Η ανατολική αψίδα στο ιερό έχει ορθογώνιο σχήμα και οι κόγχες του διακονικού και της προθέσεως διαμορφώνονται στο πάχος του τοίχου. Η οροφή του κυρίως ναού αποτελείται από δύο καμάρες που σχηματίζουν σταυρό με ένα οκτάπλευρο, ψηλό τρούλο να υψώνεται στην διασταύρωση των κεραιών τους. Με καμάρα στεγάζεται και ο νάρθηκας. Δίριχτες και μονόριχτες στέγες καλύπτουν εξωτερικά τα στοιχεία της οροφής.
Το δάπεδο του ναού ήταν επιχωμένο και εντοπίστηκε σε βάθος 1ος μέτρου, σε πρόσφατη ανασκαφική έρευνα που διενεργήθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων.
Ο ναός διέθετε περίστωο, ενώ η είσοδος γινόταν από τρεις πύλες μια σε κάθε πλευρά, δυτική, βόρεια και νότια. Σήμερα είναι σε χρήση μόνο η δυτική είσοδος, καθώς οι υπόλοιπες έχουν εντοιχιστεί.

Γλυπτός διάκοσμος και Τοιχογραφίες:
Τόσο ο γλυπτός, όσο και ο ζωγραφικός διάκοσμος του ναού του αγίου Νικολάου της Ροδιάς, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς παρουσιάζουν περισσότερες ομοιότητες με μνημεία της προγενέστερης, μεσοβυζαντινής περιόδου, παρά με αυτά της υστεροβυζαντινής εποχής της ίδρυσης του Δεσποτάτου της Ηπείρου που είναι σύγχρονά τους.
Τα κιονόκρανα των κιόνων στο εσωτερικό της εκκλησίας έχουν σχήμα κόλουρου κώνου. Όλες οι πλευρές τους είναι πλούσια διακοσμημένες με ανάγλυφα σχηματοποιημένα φυτικά και ζωικά θέματα και σταυρούς.
Ο ζωγραφικός διάκοσμος του ναού είναι από τα σπάνια ζωγραφικά σύνολα που διασώζονται από τις αρχές του 13ου αιώνα, την πρώιμη, δηλαδή εποχή του Δεσποτάτου. Εκτός από τα αρχαϊστικά, τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά του, ιδιαιτερότητα παρουσιάζει και το εικονογραφικό πρόγραμμα όπου αποδίδονται θέματα που συναντώνται μόνο στο Άγιον Όρος και το Βατικανό. Σπάνια είναι και η παράσταση του γνωστού θαύματος του Αγίου Νικολάου κατά το οποίο κατευνάζει τη θαλασσοταραχή και σώζει το πλοίο με το οποίο ταξίδευε προς τα Ιεροσόλυμα. Άλλες σκηνές που αποδίδονται είναι η ένθρονη, βρεφοκρατούσα Πλατυτέρα στην κόχη του ιερού και η κοινωνία των Αποστόλων που αναπτύσσεται στο βόρειο και νότιο τοίχο του. Στον ίδιο χώρο εικονογραφείται η Ανάληψη του Χριστού μέσα σε μετάλλιο που κρατούν τέσσερις Άγγελοι, οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, ο Παλαιός των Ημερών, τα Εισόδια της Θεοτόκου κ.ά. Στον κυρίως ναό υπάρχουν σκηνές από τα Πάθη του Χριστού, η κοίμηση της Θεοτόκου, ολόσωμοι άγιοι κά. Σπάνιες για τη μνημειακή ζωγραφική είναι δύο παραστάσεις με τους Επτά παίδας εν Εφέσω και τους Τρεις παίδας εν καμίνω που διακρίνονται στους πλάγιους χώρους του ναού. Ο βίος του αγίου Νικολάου ιστορείται στο νάρθηκα, ενώ στις πρόσφατες διερευνητικές εργασίες του 2014-2015 αποκαλύφθηκε παράσταση γρύπα.
Οι σκηνές προβάλλονται σε βαθύ γαλάζιο βάθος , οι επιγραφές είναι μεγαλογράμματες και οι ψηλόλιγνες μορφές αποδίδονται με έντονα περιγράμματα και συγκρατημένες χειρονομίες.