Μικρό Θέατρο Αμβρακίας

«ἐν δέ Ἀμβρακία ἱερόν τε τῆς ἀυτής Θεοῡ (Αφροδίτης Αινειάδος) καί ἡρὧον Αἰνείου πλησίον τοῦ μικροῦ θεάτρου, ἐν ᾢ καί ξόανον μικρόν ἀρχαϊκόν Αινείου λεγόμενον»
Διονυσίου Αλικαρνασσέως, Ρωμαϊκή Aρχαιολογία 1.50.4.

Η σαφής αναφορά του Διονυσίου Αλικαρνασσέως τον 2ο μ.Χ. αιώνα για την ύπαρξη και τη θέση του μικρού θεάτρου της Αμβρακίας αποτέλεσε σημαντική πηγή για την ταύτισή του.
Έρευνα : Ανασκάφηκε για πρώτη φορά το 1976, μετά από ολιγόμηνη έρευνα σε οικόπεδο επί της οδού Αγ. Κωνσταντίνου και με αφορμή την εκσκαφή θεμελίων για την ανέγερση νέας οικοδομής. Οι ανασκαφικές εργασίες ξεκίνησαν εκ νέου το 2011 και συνεχίστηκαν στο πλαίσιο του ενταγμένου στο ΕΣΠΑ έργου «Εργασίες Ανάδειξης και Διαμόρφωσης του αρχαιολογικού χώρου του Μικρού Θεάτρου της αρχαίας Αμβρακίας» (2014-2020)
Θέση: Το μικρό θέατρο, είναι το μικρότερο σωζόμενο θέατρο στον ελλαδικό χώρο που γνωρίζουμε. Βρέθηκε κοντά στον Άγιο Κωνσταντίνο και εντάσσεται στο διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο της αρχαίας πόλης όπως φανερώνουν τα δημόσια κτήρια που εντοπίστηκαν στην γύρω περιοχή. Από τα σημαντικότητα είναι ο υστεροαρχαϊκός ναός του Απόλλωνα επί της οδού Βασιλέως Πύρρου, το Μεγάλο Θέατρο στην οδό Τσακάλωφ και το Πρυτανείο, που διατηρείται σε κατάχωση κάτω από την πλατεία και το ναό της Αγίας Θεοδώρας. Επιπλέον, στον περιβάλλοντα χώρο του θεάτρου εντοπίστηκε τμήμα του οικοδομικού ιστού της αρχαίας πόλης και πλακόστρωτη οδός.
Κατασκευή: Το θέατρο δεν κατασκευάσθηκε σε φυσικό ύψωμα όπως ήταν η συνήθεια, αλλά σε επιχωματωμένο πρανές πάνω στα κατάλοιπα λουτρικού συγκροτήματος με βοτσαλωτά ψηφιδωτά που χρονολογείται στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα. Ισχυρός αναλημματικός τοίχος στηρίζει και οριοθετεί το θέατρο στα ανατολικά του.
Από το μνημείο έχουν αποκαλυφθεί μέρος του κοίλου και των παρόδων, η ορχήστρα και το δυτικό τμήμα του στυλοβάτη του προσκηνίου.
Το κοίλο, κατασκευασμένο από καλής ποιότητας ασβεστόλιθο, το διατρέχουν ακτινωτά δύο κλίμακες που το διαιρούν σε τρεις κερκίδες με πέντε σειρές εδωλίων, ενώ είναι πιθανότατη η ύπαρξη άλλης μιας σειρά. Τα εδώλια ήταν λίθινα, ενώ είναι αξιοσημείωτη η απουσία προεδρίας, δηλαδή επισήμων θέσεων στην πρώτη σειρά. Στις δύο πλάγιες κερκίδες σώζονται τρεις σειρές εδωλίων και στη κεντρική τέσσερις.
Η ορχήστρα έχει σχήμα τέλειου κύκλου, με διάμετρο 6,70 μ.
Το προσκήνιο ήταν λίθινο κτίσμα μήκους 10 μ.. Την πρόσοψή του κοσμούσαν πιθανότατα έξι ιωνικοί ημικίονες, ενώ ένας πλακοσκεπής αγωγός ομβρίων υδάτων διέτρεχε όλο του το μήκος.

Χρονολόγηση: Σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά στοιχεία το μικρό θέατρο, χτίστηκε στα τέλη του 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ., κατά την περίοδο της βασιλείας του Πύρρου, δηλαδή κατά την περίοδο της ακμής της Αμβρακίας, όταν η πόλη γίνεται πρωτεύουσα του βασιλείου.
Το μεγάλο θέατρο: Το μεγάλο θέατρο της Αμβρακίας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Δεν είναι, όμως δυνατό να αποκαλυφθεί και τα στοιχεία που γνωρίζουμε γι’ αυτό είναι ελάχιστα. Η θέση του έχει εντοπιστεί μέσα στον αστικό ιστό της Άρτας, αλλά δυστυχώς η γειτνίασή του με τα σύγχρονα οικοδομήματα δεν αφήνει κανένα περιθώριο για περαιτέρω εξερεύνηση.

Δυτική Νεκρόπολη Αρχαίας Αμβρακίας

Η πόλη: Η Αμβρακία ιδρύθηκε ως αποικία των Κορινθίων το 625 π.Χ. στην εύφορη πεδιάδα που ορίζεται από τα βόρεια πρανή του λόφου της Περάνθης και τον πλωτό ποταμό Άραχθο που την περιτρέχει στο μεγαλύτερο μέρος της. Τη φυσική οχύρωση ενίσχυαν τα τείχη της που υπολογίζονται σε 4.5χλμ, μήκος. Εκτός από τον πλούτο της γης της, η πόλη κατείχε προνομιακή γεωγραφική θέση, καθώς βρισκόταν κοντά στην θάλασσα του Αμβρακικού και στην μόνη διέξοδο της Ηπείρου προς το Νότο. Στο εσωτερικό των τειχών, ο γεωμετρικός πολεοδομικός ιστός διαμόρφωνε μεγάλες οικιστικές νησίδες, διαστάσεων 150Χ30 μέτρων που χωρίζονταν από ευρείς οδικούς άξονες πλάτους, έως 5 μέτρων. Προς τα βορειοδυτικά αναπτύσσονταν οι δημόσιοι χώροι με την αγορά και τους ναούς. Η αρχαία πόλη εντοπίζεται κάτω από τη σημερινή πόλη της Άρτας και καταλαμβάνει το ήμισυ της έκτασής της.
Η δυτική νεκρόπολη και η ιερά οδός: Έξω από τα τείχη της Αμβρακίας, στις ανατολικές και δυτικές παρυφές του λόφου της Περάνθης εκτείνονταν οι δύο νεκροπόλεις που βρίσκονταν σε συνεχή χρήση από την εποχή της ίδρυσης της πόλης μέχρι την παρακμή της. Μεγαλύτερο και εντυπωσιακότερο ήταν το δυτικό νεκροταφείο που ήταν οργανωμένο κατά μήκος της ιεράς οδούς. Η ταφική αυτή λεωφόρος, πλάτους 10-12μ οδηγούσε από την νότια πύλη της οχύρωσης στον Άμβρακο, το επίνειο της πόλης στον Αμβρακικό κόλπο. Στο ανατολικό τμήμα της ήταν πλακόστρωτη με υπερυψωμένο πεζοδρόμιο και στο δυτικό στρωμένη με αδρανή υλικά, όπως χαλίκι, λατύπη και τριμμένο κεραμίδι. Ως σήμερα έχει αποκαλυφθεί τμήμα της κοντά στο Εθνικό Στάδιο, μήκους 300μ.
Την ιερά οδό πλαισίωναν μνημειακοί ταφικοί περίβολοι και ταφές σε διάφορα επίπεδα. Συνηθέστερος τρόπος ταφής ήταν ο ενταφιασμός σε απλό λάκκο ή κιβωτιόσχημο τάφο κατασκευασμένο από ασβεστολιθικές πλάκες. Οι κιβωτιόσχημοι τάφοι συχνά ήταν οικογενειακοί, ενώ συχνή ήταν η καύση του νεκρού. Τα τεφροδόχα αγγεία όπου κατέληγαν τα λείψανα από τις καύσεις τοποθετούνταν σε τετράγωνες ταφικές θήκες ή θάβοντας σε τάφους λακκοειδείς ή κιβωτιόσχημους. Οι νεκροί συνοδεύονταν από κτερίσματα και τους τάφους σήμαιναν επιτύμβιες στήλες όπου αναγράφεται το όνομά τους. Οι ενεπίγραφες αυτές ταφικές στήλες από εγχώριο ασβεστόλιθο αποτελούν μοναδικό σύνολο για τα δεδομένα της Ηπείρου. Χαρακτηριστικό τους είναι η λιτή πλαστική διακόσμηση που περιορίζεται σε κλάδους κισσού, ελιάς ή βελανιδιάς και η συχνή αναγραφή του πατρώνυμου δίπλα από το όνομα του νεκρού. Σπάνια σημειώνεται το εθνικό, το επάγγελμα ή η επίκληση «ΧΑΙΡΕ». Οι επιτύμβιες στήλες της Αμβρακίας κατασκευάζονται μεταξύ 500 και 200 π.Χ από ντόπιους τεχνίτες.
Πολυάνδριο: Από τα σημαντικότερα μνημεία της δυτικής νεκρόπολης είναι το λεγόμενο Πολυάνδριο, ένα κενοτάφιο κοντά στην πύλη της πόλης που διασώζει στην επιγραφή της πρόσοψής του της αρχαιότερη αναφορά στο όνομα της Αμβρακίας.

Ναός Αγίου Νικολάου της Ροδιάς

Ο βυζαντινός ναός του Αγίου Νικολάου της Ροδιάς βρίσκεται 4 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη της Άρτας, στο χωριό Κιρκιζάτες. Η προσωνυμία «της Ροδιάς» παρέμεινε από την εποχή που υπαγόταν ως μετόχι στο μοναστήρι της Παναγίας Ροδιάς ή Ρόδον το Αμάραντον, που βρίσκεται κοντά στο χωριό, Βίγλα.
Έρευνα και χρονολόγηση: Οι ιστορικές μαρτυρίες για το μνημείο είναι πενιχρές με την παλαιότερη αναφορά να εντοπίζεται το 1884, στο έργο «Δοκίμιον ιστορικόν περί ‘Aρτης και Πρεβέζης» του Σεραφείμ Ξενόπουλου, μητροπολίτη Άρτας κατά τον 19ο αιώνα. Από τα δεδομένα της έρευνα, η ίδρυση του ναού ανάγεται στις αρχές του 13ου αιώνα και σύμφωνα με τις ανασκαφικές εργασίες θεμελιώθηκε πάνω σε αρχαιότερο ναό του 9ου ή 10ου αιώνα, όπως συμβαίνει με πολλά άλλα μνημεία στην περιοχή.
Μέχρι το 1959, το μνημείο ήταν επιχωμένο στο μεγαλύτερο τμήμα του, γεγονός που συνετέλεσε στην διατήρησή του. Με το ναό ασχολήθηκε διεξοδικά ο αρχιτέκτονας, Αναστάσιος Ορλάνδος, ο οποίος απέδωσε την πρώτη σχεδιαστική αναπαράσταση το 1936 και μετά την αποχωμάτωσή του προχώρησε στις αναστηλωτικές εργασίες. Νεώτερη ανασκαφική έρευνα το 2020 εξωτερικά του μνημείου απέδειξε ότι ο χώρος μεταξύ ναού και του περιστώου χρησίμευσε ως χώρος ταφής.

Αρχιτεκτονική: Χωρίς να έχει επιβλητικό όγκο, ούτε περίτεχνη εξωτερική διακόσμηση, ο ναός αγίου Νικολάου της Ροδιάς, αποπνέει γραφικότητα εξαιτίας του μικρού του μέγεθος και των επιμέρους αρχιτεκτονικών όγκων του. Το μνημείο έχει διαστάσεις κάτοψης 5,25Χ5,67μ. και είναι κατασκευασμένο στον τύπο δικιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Ο τύπος είναι γνωστός σε μνημεία της Άρτας, όπως, για παράδειγμα η Κόκκινη Εκκλησιά.
Το ιερό είναι τριμερές (χωρίζεται, δηλαδή με τοίχους που φέρουν τοξωτά θυραία ανοίγματα για την επικοινωνία των τριών χώρων). Η ανατολική αψίδα στο ιερό έχει ορθογώνιο σχήμα και οι κόγχες του διακονικού και της προθέσεως διαμορφώνονται στο πάχος του τοίχου. Η οροφή του κυρίως ναού αποτελείται από δύο καμάρες που σχηματίζουν σταυρό με ένα οκτάπλευρο, ψηλό τρούλο να υψώνεται στην διασταύρωση των κεραιών τους. Με καμάρα στεγάζεται και ο νάρθηκας. Δίριχτες και μονόριχτες στέγες καλύπτουν εξωτερικά τα στοιχεία της οροφής.
Το δάπεδο του ναού ήταν επιχωμένο και εντοπίστηκε σε βάθος 1ος μέτρου, σε πρόσφατη ανασκαφική έρευνα που διενεργήθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων.
Ο ναός διέθετε περίστωο, ενώ η είσοδος γινόταν από τρεις πύλες μια σε κάθε πλευρά, δυτική, βόρεια και νότια. Σήμερα είναι σε χρήση μόνο η δυτική είσοδος, καθώς οι υπόλοιπες έχουν εντοιχιστεί.

Γλυπτός διάκοσμος και Τοιχογραφίες:
Τόσο ο γλυπτός, όσο και ο ζωγραφικός διάκοσμος του ναού του αγίου Νικολάου της Ροδιάς, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς παρουσιάζουν περισσότερες ομοιότητες με μνημεία της προγενέστερης, μεσοβυζαντινής περιόδου, παρά με αυτά της υστεροβυζαντινής εποχής της ίδρυσης του Δεσποτάτου της Ηπείρου που είναι σύγχρονά τους.
Τα κιονόκρανα των κιόνων στο εσωτερικό της εκκλησίας έχουν σχήμα κόλουρου κώνου. Όλες οι πλευρές τους είναι πλούσια διακοσμημένες με ανάγλυφα σχηματοποιημένα φυτικά και ζωικά θέματα και σταυρούς.
Ο ζωγραφικός διάκοσμος του ναού είναι από τα σπάνια ζωγραφικά σύνολα που διασώζονται από τις αρχές του 13ου αιώνα, την πρώιμη, δηλαδή εποχή του Δεσποτάτου. Εκτός από τα αρχαϊστικά, τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά του, ιδιαιτερότητα παρουσιάζει και το εικονογραφικό πρόγραμμα όπου αποδίδονται θέματα που συναντώνται μόνο στο Άγιον Όρος και το Βατικανό. Σπάνια είναι και η παράσταση του γνωστού θαύματος του Αγίου Νικολάου κατά το οποίο κατευνάζει τη θαλασσοταραχή και σώζει το πλοίο με το οποίο ταξίδευε προς τα Ιεροσόλυμα. Άλλες σκηνές που αποδίδονται είναι η ένθρονη, βρεφοκρατούσα Πλατυτέρα στην κόχη του ιερού και η κοινωνία των Αποστόλων που αναπτύσσεται στο βόρειο και νότιο τοίχο του. Στον ίδιο χώρο εικονογραφείται η Ανάληψη του Χριστού μέσα σε μετάλλιο που κρατούν τέσσερις Άγγελοι, οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, ο Παλαιός των Ημερών, τα Εισόδια της Θεοτόκου κ.ά. Στον κυρίως ναό υπάρχουν σκηνές από τα Πάθη του Χριστού, η κοίμηση της Θεοτόκου, ολόσωμοι άγιοι κά. Σπάνιες για τη μνημειακή ζωγραφική είναι δύο παραστάσεις με τους Επτά παίδας εν Εφέσω και τους Τρεις παίδας εν καμίνω που διακρίνονται στους πλάγιους χώρους του ναού. Ο βίος του αγίου Νικολάου ιστορείται στο νάρθηκα, ενώ στις πρόσφατες διερευνητικές εργασίες του 2014-2015 αποκαλύφθηκε παράσταση γρύπα.
Οι σκηνές προβάλλονται σε βαθύ γαλάζιο βάθος , οι επιγραφές είναι μεγαλογράμματες και οι ψηλόλιγνες μορφές αποδίδονται με έντονα περιγράμματα και συγκρατημένες χειρονομίες.

Κούλια (Φρούριο) Κορωνησίας

Το κάστρο Κούλια είναι ένα μικρό, καλοδιατηρημένο φρούριο στο νησί της Κορωνησίας, στο νότιο τμήμα του οικισμού. Εποπτεύει τον Αμβρακικό κόλπο μαζί με το «δίδυμο» και πανομοιότυπο κάστρο της Λασκάρας, στο ομώνυμο ακρωτήριο που εισχωρεί μέσα στον κόλπο από την πλευρά της Πρέβεζας.
Η λέξη «κούλια» όπως καθιερώθηκε να ονομάζεται προέρχεται από την τουρική «kulla» (περσική «qulla») και σημαίνει την κορυφή ή τον πύργο. Τέτοια έργα αποτελούν τμήματα αμυντικού δικτύου και βρίσκονται σε κομβικά σημεία από όπου εποπτεύουν την γύρω περιοχή.
Το οχυρό της Κορωνησίας θεωρείται ότι κατασκευάστηκε στην αρχή του 19ου αιώνα από τον Αλή πασά, με σχέδια του συνταγματάρχη του γαλλικού στρατού, Guillaume de Vaudoncourt και με την επίβλεψη του Ιταλού μηχανικού, Monteleone.
Είναι οι ίδιοι αρχιτέκτονες που έκτισαν το Φρούριο του Παντοκράτορα Πρέβεζας, τον Προμαχώνα στα Πευκάκια Πρέβεζας, και το Φρούριο της Ανθούσας Πάργας.
Σύμφωνα με μια άλλη υπόθεση, το οχυρό κατασκευάστηκε πολύ αργότερα, ίσως το 1860, σε μια εποχή που οι Τούρκοι έκαναν προσπάθεια να ενισχύσουν την άμυνα των συνόρων τους, στη βόρεια πλευρά του Αμβρακικού. Την εποχή αυτή η περιοχή ήταν στη μεθόριο μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας.
Υπάρχει, ωστόσο και η άποψη που διατύπωσε ο Κωνσταντίνος Δημ. Ρώσος, σύμφωνα με την οποία το φρούριο είναι πολύ αρχαιότερο και κατασκευάστηκε αρχικώς από Ενετούς. Με την μάχη της Κορωνησίας, το 1829 το κατέλαβε ο Ελληνικός Στρατός και το 1850 περιήλθε και πάλι στα χέρια των Τούρκων μετά την ανταλλαγή της Εύβοιας με τον Αμβρακικό.
Το κάστρο είναι κυκλικό με δυο ισοϋψείς πύργους που προσαρμόζονται στην περίμετρο του σε αντιθετικές θέσεις. Έχει μία είσοδο υπερυψωμένη και προσβάσιμη με ράμπα. Σήμερα φιλοξενεί κατά καιρούς διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις και κάποιες φορές λειτουργεί ως δανειστική βιβλιοθήκη.

Πολυάνδριο της Αμβρακίας

Πολυάνδριο (σήμερα στην οδό Κομμένου): Στη σημαντικότερη και καλύτερα οργανωμένη δυτική νεκρόπολη της Αμβρακίας βρίσκεται το Πολυάνδριο, ένα δημόσιο σήμα αφιερωμένο τους νεκρούς πεσόντες σε ναυμαχία που έλαβε χώρα στις εκβολές του Αχέροντα στα τέλη του 7ου αιώνα.
Το κενοτάφιο χρονολογείται γύρω στα 600 π.Χ. και είναι τοποθετημένο στην ανατολική πλευρά της νεκρόπολης, σε μικρή απόσταση από την πύλη του τείχους. Πρόκειται για πιόσχημη, εξαιρετικά επιμελημένη κατασκευή με διαστάσεις μνημειακού χαρακτήρα. Η πρόσοψη, μήκους 12,40μ, και ύψους 2,50μ, αποτελείται από κρηπίδα και ανωδομή με πέντε σειρές δόμους. Ο δεύτερος και ο πέμπτος δόμος προεξέχουν σχηματίζοντας κυρτό κυμάτιο που συνεχίζει στα πλευρικά τμήματα συνολικού μήκους 8μ. Το μέγιστο ύψος του μνημείου είναι 2,50μ., ενώ στην κορυφή της πρόσοψη επιστέφεται με ανώτερη σειρά λίθων που φέρει χαραγμένη επιγραφή. Η επιγραφή, γραμμένη βουστροφιδόν και στοιχηδόν σε αρχαϊκό, κορινθιακό αλφάβητο, αποδίδει ελεγειακό επίγραμμα που αναφέρεται στον δημόσιο θρήνο της πόλης για τους νεκρούς της ήρωες και αποτελεί την μοναδική ως σήμερα γνωστή μαρτυρία εθιμικής συμπεριφοράς των Αμβρακιωτών. Επιπλέον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι στίχοι της επιγραφής, καθώς διασώουν την αρχαιότερη αναφορά στο όνομα της πόλης: «Ανπρακία».
Το μνημείο διατήρησε την ιερότητα του στη διάρκεια των αιώνων και κατά τη βυζαντινή εποχή χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο με τρίκλιτο ναΰδριο.

Κάστρο Άρτας

Το κάστρο: Το βυζαντινό κάστρο της Άρτας καταλαμβάνει ύψωμα στην βορειανατολική πλευρά της πόλης και ενσωματώνει τμήματα της αρχαίας οχύρωσης της Αμβρακίας. Η στρατηγική σημασία της θέσης είχε διαγνωστεί από τους αρχαίους Αμβρακιώτες που το συμπεριέλαβαν στην ισχυρή οχύρωση της κάτω πόλης ακολουθώντας τη βόρεια καμπή του Αράχθου. Το κάτω μέρος αυτού του τείχους με τους κολοσσιαίους λαξευμένους λίθους διακρίνεται στην ανατολική και βόρεια πλευρά του βυζαντινού κάστρου που πάτησε πάνω σε θεμέλια και τμήμα της ανωδομής του.
Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, κατά τα μεσοβυζαντινά χρόνια σωζόταν η αρχαία οχύρωση σε αρκετό ύψος, ικανό να οριοθετεί την πόλη και να παρέχει προστασία στους κατοίκους. Παρόλο που δεν γνωρίζουμε, ούτε την έκταση της βυζαντινής πόλης, ούτε την πραγματική αμυντική αποτελεσματικότητα των αρχαίων τειχών, φαίνεται ότι η ύπαρξη τους ήταν ένας σημαντικός λόγος που το βυζαντινό κάστρο είναι σχετικά μικρών διαστάσεων. Σε αντίθεση με άλλες πόλεις της εποχής, όπως τα Γιάννενα, ο Μυστράς, η Μονεμβασιά, οι Ρωγοί κ.ά. δεν περιέβαλε ολόκληρη την πόλη. Ήταν το διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο και έδρα των ηγεμόνων του Δεσποτάτου, ενώ οι κάτοικοι κατέφευγαν σ’ αυτό μόνο σε περίπτωση ανάγκης.
Σύμφωνα με νεώτερα στοιχεία το κάστρο της Άρτας χρονολογείται στη μεσοβυζαντινή περίοδο και μαζί με την αρχαία οχύρωση συνέβαλε δυναμικά στην πολεοδομική εξέλιξη της βυζαντινής πόλης. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα βυζαντινής οχυρωματικής τέχνης και εντυπωσιακό κατάλοιπο της μεσαιωνικής Άρτας. Κατά τη διάρκεια των αιώνων δέχτηκε ανακαινίσεις, προσθήκες, επισκευές.
Αποτελείται από τρία μέρη:
1) το κυρίως φρούριο
2) δύο μικρά εξωτερικά περιτειχίσματα κτισμένα σε χαμηλότερο επίπεδο
3) το εσωτερικό οχυρό ή Ακρόπολη που βρίσκεται στα αριστερά της κεντρικής πύλης.

Το σχήμα του είναι ακανόνιστο πολύγωνο (μεγίστου μήκους 280μ. και πλάτους 175μ.) που διακόπτεται ανά 25μ. από ημικυκλικούς, τριγωνικούς ή πολυγωνικούς πύργους, με εξαίρεση το ανατολικό τμήμα που πατά πάνω στο αρχαίο τείχος. Έχει πάχος 2,50 μέτρα. Το ύψος του φτάνει τα 10 μέτρα και στέφεται από επάλξεις, πίσω απ’ τις οποίες υπάρχει ο περίδρομος για τους πολεμιστές. Η τοιχοδομή του είναι απλή, με ακανόνιστα λαξευμένες, μικρές πέτρες και παρεμβολή πλίνθων που έχουν καλυφθεί από μεταγενέστερο κονίαμα. Πιο επιμελημένη βυζαντινή τοιχοποιία, στον τύπο της ισόδομης, πλινθοπερίβλητης, εντοπίζεται στο πάνω τμήμα της δυτικής πλευράς του κάστρου, ενώ στην ανατολική πλευρά του εσωτερικού οχυρού υπάρχει και πλίνθινη διακόσμηση.
Στο Χρονικό των Τόκκων (14ος -15ος αιώνας) αναφέρεται ότι έξω από την πύλη του κάστρου απλωνόταν η αγορά, το « Μπόριον» ή «Εμπόριον» που πλαισιωνόταν από σπίτια και κήπους και πρέπει να εκτείνονταν κατά μήκος του κεντρικού δρόμου που οδηγούσε στο κάστρο. Γι’ αυτό και η περιοχή αυτή προσέλκυσε από νωρίς (12ο αιώνας) Εβραίους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί και έδωσαν το όνομα στη συνοικία – Εβραίικα.
Κατά την οθωμανική περίοδο το κάστρο έχασε τη σημασία του και για μεγάλο χρονικό διάστημα χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή όπου φυλακίστηκε και ο στρατηγός Μακρυγιάννης.

Το Ξενία: Σε κεντρικό σημείο, στο εσωτερικό του κάστρου, βρίσκεται το παλαιό ξενοδοχείο ΞΕΝΙΑ της Άρτας που αποτελεί το σημαντικότερο και πιο πολυσυζητημένο κτήριο του Νομού. Ένα κτήριο μοντέρνο για την εποχή του, κατασκευάστηκε το 1958, με δαπάνη του ΕΟΤ από τον αρχιτέκτονα και καθηγητή ΕΜΠ, Διονύση Ζήβα.
Το ξενοδοχείο περιελάμβανε, μόλις 20 δωμάτια. Στο μεγαλύτερο μέρος του διαμορφωνόταν μεγάλοι χώροι εκδηλώσεων. Έκλεισε οριστικά το 1992.
Μετά από χρόνια εγκατάλειψης που κατέστησε το κτίριο σχεδόν μη επισκέψιμο κατατέθηκε το 2020 αρχιτεκτονική πρόταση (Ξενία 2020) για αξιοποίηση του ΞΕΝΙΑ Άρτας. Η πρόταση αποσκοπεί στην πλήρη αξιοποίηση του κτηρίου και του περιβάλλοντος χώρου, ώστε να φιλοξενεί ποικίλες δράσεις πολιτισμού, ψυχαγωγίας, παιδείας και αναψυχής.
Τέλος, σε χώρο στο εσωτερικό του κάστρου γίνονται κάθε καλοκαίρι διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις.